Θυμήθηκε ότι είχε πάρει μια απόφαση σε εκείνο το σύντομο ξύπνημα μετά το όνειρο με τον Άλτη και ύστερα από μια στιγμή έκρινε ότι ήταν μια σωστή απόφαση.
Για να βρει τη Μουαραίν αναγκάστηκε να χτυπήσει πέντε πόρτες και να τον βρίσουν δύο φορές ― σε δύο καμπίνες, οι ιδιοκτήτες είχαν ανέβει στο κατάστρωμα. Η Άες Σεντάι ήταν ντυμένη κι έτοιμη, αλλά καθόταν σταυροπόδι σε ένα από τα στενά κρεβάτια και διάβαζε με το φανάρι τις σημειώσεις που κρατούσε στο βιβλίο της. Ο Πέριν πρόσεξε ότι το βιβλίο ήταν γυρισμένο στην αρχή, σε σημειώσεις που πρέπει να είχαν γίνει πριν καν η Μουαραίν έρθει στο Πεδίο του Έμοντ. Τα πράγματα του Λαν ήταν ακουμπισμένα με τάξη στο άλλο κρεβάτι.
«Είδα ένα όνειρο», της είπε και συνέχισε για να το εξιστορήσει. Ολόκληρο. Σήκωσε, μάλιστα, το πουκάμισό του για να δείξει το μικρό, κόκκινο κύκλο στο στήθος του, από τον οποίο έφευγαν ακτινωτά τρεμουλιαστές, κόκκινες γραμμές. Της είχε κρατήσει πράγματα κρυφά άλλοτε και υποψιαζόταν ότι θα το ξανάκανε, αλλά αυτό, ίσως, ήταν τόσο σημαντικό που δεν έπρεπε να αποσιωπήσει τίποτα. Το πιο μικρό κομμάτι του ψαλιδιού είναι η βίδα και είναι το εξάρτημα που κατασκευάζεται πιο εύκολα, αλλά χωρίς αυτήν το ψαλίδι δεν μπορεί να κόψει το ύφασμα. Όταν τελείωσε, στάθηκε εκεί περιμένοντας.
Η Μουαραίν όλη αυτή την ώρα τον κοίταζε ανέκφραστα, αν και εκείνα τα μαύρα μάτια εξέταζαν κάθε λέξη που έβγαινε από το στόμα του, τη ζύγιζαν, τη μετρούσαν, την ύψωναν στο φως. Τώρα, η Μουαραίν καθόταν στην ίδια στάση, αλλά αυτή τη φορά εξέταζε τον ίδιο τον Πέριν, τον ζύγιζε και τον ύψωνε στο φως.
«Είναι σημαντικό, λοιπόν;» απαίτησε, τελικά, να μάθει. «Νομίζω ότι ήταν από εκείνα τα λυκίσια όνειρα που μου είχες πει —είμαι σίγουρος· ακριβώς αυτό πρέπει να ήταν!― αλλά τούτο δεν σημαίνει ότι ήταν αληθινά αυτά που είδα. Μόνο που είπες ότι μπορεί κάποιοι Αποδιωγμένοι να είναι ελεύθεροι κι αυτός την αποκάλεσε Λανφίαρ και... Είναι σημαντικό, ή μήπως ήρθα για να γίνω ρεζίλι;»
«Υπάρχουν γυναίκες», είπε αυτή αργά, «που θα έβαζαν τα δυνατά τους να σε ειρηνέψουν, αν άκουγαν αυτά που μόλις άκουσα». Ένιωσε τα πνευμόνια του να παγώνουν δεν μπορούσε να ανασάνει. «Δεν σου λέω ότι μπορείς να διαβιβάσεις», συνέχισε και ο πάγος μέσα του έλιωσε, «ή έστω ότι έχεις την ικανότητα να μάθεις. Μια απόπειρα ειρηνέματος δεν θα σε έβλαπτε, με εξαίρεση την κακομεταχείριση που θα σου επιφύλασσε το Κόκκινο Άτζα, πριν καταλάβει το λάθος του. Αυτοί οι άντρες είναι τόσο σπάνιοι, που ακόμα και οι Κόκκινες, με τόσο κυνήγι, δεν βρήκαν παρά μόνο τρεις στα τελευταία δέκα χρόνια. Πριν από το ξέσπασμα των ψεύτικων Δράκων, φυσικά. Αυτό που προσπαθώ να σου ξεκαθαρίσω, είναι ότι δεν πιστεύω πως θα αρχίσεις ξαφνικά να χειρίζεσαι τη Δύναμη. Δεν έχεις τέτοιο φόβο». «Ε, λοιπόν, σε ευχαριστώ πολύ γι’ αυτό», είπε αυτός πικρά. «Δεν χρειαζόταν να με κάνεις να παγώσω από το φόβο, για να μου πεις ότι δεν πρέπει να φοβάμαι!»
«Α, μα έχεις λόγο να φοβάσαι. Ή, τουλάχιστον, να προσέχεις, όπως υπέδειξε ο λύκος. Οι Κόκκινες αδελφές, ή κάποιες άλλες, μπορεί να σε σκοτώσουν, πριν ανακαλύψουν ότι δεν έχεις τίποτα μέσα σου για να το ειρηνέψουν».
«Φως μου! Το Φως να με κάψει!» Την κοίταξε σμίγοντας τα φρύδια. «Πας να με σύρεις από τη μύτη, Μουαραίν, αλλά δεν είμαι μοσχαράκι και δεν έχω χαλκά στη μύτη. Το Κόκκινο Άτζα, ή κάποιο άλλο, δεν θα σκέφτονταν να με ειρηνέψει, αν δεν υπήρχε κάτι πραγματικό σε αυτά που ονειρεύτηκα. Αυτό σημαίνει ότι οι Αποδιωγμένοι είναι ελεύθεροι;»
«Σου ξανάπα ότι ίσως είναι. Μερικοί απ’ αυτούς. Τα... όνειρα σου δεν τα περίμενα καθόλου, Πέριν. Οι Ονειρεύτριες έχουν γράψει για λύκους, αλλά δεν περίμενα κάτι τέτοιο».
«Εγώ, λοιπόν, νομίζω ότι ήταν αληθινό. Νομίζω ότι είδα κάτι που συνέβη στ’ αλήθεια, κάτι που κανονικά δεν θα έβλεπα». Κάτι που πρέπει να δεις. «Νομίζω ότι αν μη τι άλλο η Λανφίαρ είναι ελεύθερη. Τι σκοπεύεις να κάνεις;»
«Θα πάω στο Ίλιαν. Και ύστερα θα πάω στο Δάκρυ και θα προσπαθήσω να φτάσω πριν από τον Ραντ. Αναγκαστήκαμε να αφήσουμε πολύ βιαστικά το Ρέμεν και ο Λαν δεν πρόλαβε να μάθει αν ο Ραντ πέρασε το ποτάμι, ή αν πήρε πλοίο για κάτω. Μάλλον, όμως, θα το μάθουμε πριν φτάσουμε στο Ίλιαν. Θα βρούμε ίχνη, αν ήρθε από αυτό το δρόμο». Έριξε μια ματιά στο βιβλίο της, σαν να ήθελε να συνεχίσει το διάβασμα.
«Αυτό είναι το μόνο που θα κάνεις; Με τη Λανφίαρ ελεύθερη και το Φως μόνο ξέρει πόσους από τους άλλους;»
«Μη με ανακρίνεις», του είπε ψυχρά. «Δεν ξέρεις τι ερωτήσεις να κάνεις και δεν θα καταλάβαινες ούτε τα μισά, αν σου απαντούσα. Που δεν θα σου απαντήσω».
Εκείνος σάλεψε τα πόδια του μπροστά στο βλέμμα της, ώσπου έγινε φανερό ότι η Μουαραίν δεν είχε να πει τίποτα άλλο πάνω σ’ αυτό το θέμα. Το πουκάμισό του έτριβε και πονούσε το κάψιμο στο στέρνο του. Δεν ήταν μεγάλο τραύμα —για πληγή από αστραπή, κάθε άλλο!― αλλά η προέλευσή του ήταν ένα διαφορετικό ζήτημα. «Ε... Θα το Θεραπεύσεις αυτό;»