«Δεν σε ταράζει πια το να χρησιμοποιούν πάνω σου τη Μία Δύναμη, Πέριν; Όχι, δεν θα το Θεραπεύσω. Δεν είναι σοβαρό και θα σου θυμίζει ότι πρέπει να προσέχεις». Να προσέχει να μην την πιέσει άλλη φορά —ήξερε ότι αυτό εννοούσε η Μουαραίν― όπως επίσης και να προσέχει τα όνειρα και να μη μιλήσει για αυτά σε άλλους. «Αν δεν υπάρχει κάτι άλλο, Πέριν;»
Εκείνος κίνησε προς την πόρτα και ύστερα σταμάτησε. «Υπάρχει κάτι ακόμα. Αν ήξερες ότι το όνομα μιας γυναίκας ήταν Ζαρίν, θα έλεγες ότι δείχνει κάτι γι’ αυτήν;»
«Μα το Φως, τι θες και κάνεις τέτοια ερώτηση;»
«Είναι ένα κορίτσι», είπε αυτός αμήχανα. «Μια κοπέλα. Τη συνάντησα χθες το βράδυ. Είναι επιβάτης στο πλοίο». Θα την άφηνε να μάθει μόνη της ότι η Ζαρίν ήξερε ότι ήταν Άες Σεντάι. Και ότι πίστευε πως, ακολουθώντας τους, θα έβρισκε το Κέρας του Βαλίρ. Κανονικά, δεν θα έκρυβε κάτι που θεωρούσε σημαντικό, αλλά αν η Μουαραίν ήταν μυστικοπαθής, μπορούσε να κάνει το ίδιο κι αυτός.
«Ζαρίν. Είναι ένα όνομα από τη Σαλδαία. Καμία γυναίκα δεν θα ονόμαζε έτσι την κόρη της, αν δεν περίμενε ότι θα γινόταν λαμπρή καλλονή. Και ότι θα ράγιζε καρδιές. Γυναίκα που θα ξάπλωνε σε μαξιλάρια παλατιών, περικυκλωμένη από υπηρέτες και μνηστήρες». Χαμογέλασε φευγαλέα, αλλά με μια μεγάλη δόση ευθυμίας. «Μάλλον έχεις άλλο ένα λόγο να προσέχεις, Πέριν, αν υπάρχει μαζί μας μια επιβάτισσα με το όνομα Ζαρίν».
«Θα έχω το νου μου», της είπε. Τουλάχιστον, τώρα ήξερε γιατί της Ζαρίν δεν της άρεσε το όνομά της. Καθόλου ταιριαστό για μια Κυνηγό του Κέρατος. Αρκεί να μην αυτοαποκαλείται «γεράκι».
Όταν ανέβηκε στο κατάστρωμα, ήταν εκεί ο Λαν, που περιποιόταν τον Μαντάρμπ. Και η Ζαρίν καθόταν πάνω σε μια κουλούρα σκοινί κοντά στην κουπαστή, ακονίζοντας ένα μαχαίρι και παρατηρώντας τον. Τα μεγάλα, τριγωνικά πανιά ήταν κατεβασμένα και φούσκωναν στον αέρα. Η Χήνα τον Χιονιού κατέβαινε πετώντας το ποτάμι.
Το βλέμμα της Ζαρίν ακολούθησε τον Πέριν, καθώς αυτός την προσπερνούσε και πήγαινε να σταθεί μπροστά. Το νερό χώριζε δεξιά κι αριστερά από την πλώρη, σαν χώμα μπροστά σε ένα καλό αμόνι. Ο Πέριν αναρωτήθηκε για τα όνειρα και τους Αελίτες, για τις εικόνες της Μιν και τα γεράκια. Τον πονούσε το στήθος του. Η ζωή ποτέ άλλοτε δεν ήταν τόσο μπερδεμένη.
Ο Ραντ ανασηκώθηκε, ξυπνώντας σχεδόν λαχανιασμένος από έναν ύπνο εξουθενωτικό. Ο μανδύας που είχε για κουβέρτα γλίστρησε δίπλα. Τον πονούσε το πλευρό του, η παλιά πληγή από το Φάλμε, που την ένιωθε να πάλλεται. Μόνο κάρβουνα είχαν απομείνει από τη φωτιά και λίγες τρεμουλιαστές φλόγες, αλλά ήταν αρκετές για να δημιουργούν σκιές που χόρευαν. Ήταν ο Πέριν. Αυτός ήταν! Ήταν αυτός, όχι όνειρο. Με κάποιον τρόπο. Παραλίγο να τον σκότωνα! Φως μου, πρέπει να προσέχω!
Τρέμοντας, σήκωσε ένα κλαδί βελανιδιάς και έκανε να το βάλει στα κάρβουνα. Τα δέντρα ήταν αραιά εδώ στους λόφους του Μουράντυ, ακόμα κοντά στον Μανεθερεντρέλε, αλλά ο Ραντ είχε βρει αρκετά πεσμένα κλαδιά για να ανάψει φωτιά, που ήταν όσο ξερά χρειαζόταν, χωρίς να έχουν σαπίσει. Πριν το ξύλο ακουμπήσει τα κάρβουνα, ο Ραντ σταμάτησε. Έρχονταν άλογα, δέκα ή δώδεκα, αργά. Πρέπει να προσέχω. Δεν μπορώ να κάνω κι άλλο λάθος.
Τα άλογα έστριψαν και πλησίασαν τη μισοσβησμένη φωτιά του, ήρθαν στο αμυδρό φως της και στάθηκαν. Οι σκιές έκρυβαν τους αναβάτες, αλλά οι περισσότεροι έμοιαζαν να είναι αγριοπρόσωποι άντρες, που φορούσαν στρογγυλά κράνη και μακριά, δερμάτινα γιλέκα με ραμμένους μεταλλικούς δίσκους, σαν λέπια. Υπήρχε και μια καβαλάρισσα, με γκρίζα μαλλιά και αυστηρό πρόσωπο. Το σκούρο φόρεμά της ήταν από απλό μαλλί αλλά εξαιρετικής ύφανσης, στολισμένο με μια ασημένια καρφίτσα, που απεικόνιζε ένα λιοντάρι. Του Ραντ του φάνηκε ότι ήταν έμπορος· είχε δει κι άλλους σαν κι αυτήν, μεταξύ εκείνων που έρχονταν να αγοράσουν ταμπάκ και μαλλί στους Δύο Ποταμούς. Μια έμπορος με τους φρουρούς της.
Πρέπει να προσέχω, σκέφτηκε καθώς σηκωνόταν. Όχι λάθη.
«Διάλεξες καλό μέρος για να στρατοπεδεύσεις, νεαρέ μου», του είπε εκείνη. «Συχνά το χρησιμοποιώ κι εγώ, πηγαίνοντας προς το Ρέμεν. Έχει μια πηγή εδώ κοντά. Σε πειράζει να τη μοιραστούμε;» Οι φρουροί της ήδη ξεπέζευαν, ισιώνοντας τις ζώνες των σπαθιών τους και χαλαρώνοντας τις ίγγλες.
«Καθόλου», της είπε ο Ραντ. Πρόσεχε. Με δύο βήματα πλησίασε αρκετά και τότε έκανε ένα άλμα στον αέρα, στριφογυρνώντας ― Χνούδι που Αιωρείται στον Αέρα― στο χέρι τη λεπίδα με το σήμα του ερωδιού, την οποία είχε σμιλέψει από φωτιά, για να της κόψει το κεφάλι πριν προλάβει καν η έκπληξη να ζωγραφιστεί στο πρόσωπό της. Αυτή ήταν η πιο επικίνδυνη.