Ίσιωσε το κορμί, καθώς το κεφάλι της γυναίκας κατρακυλούσε στα καπούλια του αλόγου. Οι φρουροί έβαλαν τις φωνές και έπιασαν τα σπαθιά τους, αλλά ούρλιαξαν όταν κατάλαβαν ότι η λεπίδα του έκαιγε. Ο Ραντ χόρεψε ανάμεσά τους με τις στάσεις που του είχε διδάξει ο Λαν και ήξερε ότι θα είχε σκοτώσει και τους δέκα με φυσιολογικό σπαθί, αλλά η λεπίδα που κράδαινε ήταν κομμάτι του εαυτού του. Σωριάστηκε κάτω και ο τελευταίος και όλα αυτά έμοιαζαν τόσο με μια απλή εξάσκηση, που είχε αρχίσει να θηκαρώνει το σπαθί, με την κίνηση που λεγόταν το Δίπλωμα της Βεντάλιας, όταν θυμήθηκε ότι δεν φορούσε θηκάρι και ότι, αν φορούσε, θα το είχε κάνει στάχτη η λεπίδα του.
Αφησε το σπαθί να εξαφανιστεί και γύρισε να κοιτάξει τα άλογα. Τα περισσότερα το είχαν σκάσει, αλλά μερικά είχαν πάει απλώς λίγο πιο πέρα, ενώ το ψηλό μουνούχο της γυναίκας στεκόταν στριφογυρίζοντας τα μάτια και χλιμιντρίζοντας ταραγμένο. Το ακέφαλο πτώμα της, που κείτονταν στο χώμα, δεν είχε αφήσει από τη λαβή του τα γκέμια, κρατώντας χαμηλωμένο το κεφάλι του ζώου.
Ο Ραντ το ελευθέρωσε και στάθηκε μόνο για να μαζέψει τα λίγα πράγματά του, πριν ανέβει στη σέλα. Πρέπει να προσέχω, σκέφτηκε κοιτάζοντας τους νεκρούς. Όχι λάθη.
Ακόμα τον γέμιζε η Δύναμη, η ροή από το σαϊντίν, που ήταν γλυκύτερη από μέλι και πιο βρωμερή από σάπιο κρέας. Ξαφνικά διαβίβασε ― δεν καταλάβαινε τι ακριβώς έκανε και πώς το έκανε, απλώς του φαινόταν σωστό· και κατάφερε να σηκώσει τα πτώματα. Τα παράταξε σε μια σειρά αντικριστά του, γονατιστά, με τα πρόσωπα στο χώμα. Όσα είχαν πρόσωπο. Να γονατίζουν μπροστά του.
«Αν είμαι πράγματι ο Αναγεννημένος Δράκοντας», τους είπε, «έτσι δεν πρέπει να κάνετε;» Του ήταν δύσκολο να αφήσει το σαϊντίν, αλλά το άφησε. Αν το κρατήσω πάρα πολύ, πώς θα σταματήσω την τρέλα; Γέλασε πικρά. Ή μήπως είναι πολύ αργά γι αυτό;
Ένωσε τα φρύδια και κοίταξε τη σειρά. Ήταν βέβαιος ότι ήταν μόνο δέκα άντρες, αλλά σε εκείνη τη σειρά ήταν γονατιστοί έντεκα ― ο ένας δίχως αρματωσιά, που όμως έσφιγγε ένα εγχειρίδιο στο χέρι.
«Λάθος παρέα διάλεξες», του είπε ο Ραντ.
Έστριψε το άλογο, το σπιρούνισε με τις φτέρνες του και το έκανε να ξεκινήσει ένα γοργό καλπασμό μέσα στη νύχτα. Είχε ακόμα πολύ δρόμο για το Δάκρυ, αλλά ήθελε να πάει εκεί από την πιο σύντομη διαδρομή, ακόμα κι αν έτσι αναγκαζόταν να σκοτώσει άλογα στο τρέξιμο, ή να τα κλέψει. Θα βάλω ένα τέλος σε αυτό. Στο χλευασμό. Στην κοροϊδία. Θα δώσω τέλος! Το Καλαντόρ. Τον καλούσε.
37
Φωτιές στην Καιρχίν
Η Εγκουέν ανταπέδωσε με ένα χαριτωμένο νεύμα την όλο σεβασμό υπόκλιση του ναύτη, που πέρασε από δίπλα της ξυπόλητος, πηγαίνοντας να τραβήξει ένα σκοινί που ήδη έμοιαζε αρκετά τεντωμένο, για να κάνει μια απειροελάχιστη διόρθωση στα μεγάλα, τετράγωνα πανιά. Ο ναύτης, καθώς γυρνούσε τρέχοντας εκεί που στεκόταν ο στρογγυλοπρόσωπος καπετάνιος, πλάι στον τιμονιέρη, υποκλίθηκε πάλι μια φορά και η Εγκουέν ένευσε ξανά, πριν στρέψει την προσοχή της στη δασόφυτη ακτή της Καιρχίν, την οποία χώριζαν λιγότερες από είκοσι απλωσιές νερού από το Γαλάζιο Γερανό.
Ένα χωριό περνούσε δίπλα τους, ή τουλάχιστον ό,τι είχε μείνει από ένα χωριό. Τα μισά σπίτια ήταν χαλάσματα που κάπνιζαν, με καμινάδες που ξεπρόβαλλαν γυμνές από τα ερείπια. Στα άλλα σπίτια, οι πόρτες ανοιγόκλειναν όπως φυσούσε ο άνεμος και στο χωματόδρομο ήταν σπαρμένα θραύσματα από έπιπλα, κομμάτια ύφασμα και σπασμένα κουζινικά, σαν να τα είχαν πετάξει εκεί. Τίποτα ζωντανό δεν σάλευε στο χωριό, με εξαίρεση ένα λιμασμένο σκυλί, που αγνόησε το περαστικό πλοίο και σιγότρεξε, για να χαθεί πίσω από τους αναποδογυρισμένους τοίχους ενός κτιρίου που έμοιαζε με πανδοχείο. Η Εγκουέν δεν μπορούσε να αντικρίσει τέτοιο θέαμα δίχως να νιώσει ένα ανακάτεμα στο στομάχι της, αλλά προσπάθησε να διατηρήσει την απαθή γαλήνη που θεωρούσε ότι έπρεπε να έχουν οι Άες Σεντάι. Αυτό δεν τη βοηθούσε πολύ. Πέρα από το χωριό, μια χοντρή στήλη καπνού υψωνόταν στον ουρανό. Τρία-τέσσερα μίλια παραπέρα, όπως υπολόγιζε.
Δεν ήταν η πρώτη τέτοια στήλη καπνού που είχε δει από τότε που ο Ερινίν είχε συναντήσει και ακολουθούσε τα σύνορα της Καιρχίν και δεν ήταν το πρώτο τέτοιο χωριό. Τουλάχιστον, αυτή τη φορά δεν φαίνονταν πτώματα. Ο καπετάνιος Έλισορ έπρεπε μερικές φορές να φέρνει το πλοίο κοντά στην Καιρχινή όχθη, εξαιτίας των λασπερών υφάλων —έλεγε ότι μετακινούνταν σε αυτό το μέρος του ποταμού― όμως, όσο κοντά κι αν έρχονταν, η Εγκουέν δεν είχε δει ούτε ένα ζωντανό άνθρωπο.