Выбрать главу

Το χωριό και η στήλη καπνού έμειναν πίσω καθώς το πλοίο προχωρούσε, μα ήδη μπροστά τους έβλεπαν άλλη μια στήλη καπνού, μακρύτερα από το ποτάμι. Το δάσος αραίωνε, οι μελίες, τα λέδερλιφ και οι μαύρες αφροξυλιές έδιναν τη θέση τους σε ιτιές, φιλύρες και νεροβαλανιδιές, καθώς και μερικά άλλα δέντρα, που δεν τα αναγνώριζε.

Ο άνεμος τράβηξε το μανδύα της, αλλά αυτή τον άφησε ανοιχτό, νιώθοντας τη δροσερή καθαρότητα του αέρα, νιώθοντας την ελευθερία του να φορά καφέ αντί για οτιδήποτε λευκό, μολονότι δεν ήταν η πρώτη επιλογή της. Άλλο τόσο το φόρεμα όσο και ο μανδύας ήταν από το καλύτερο μαλλί, καλοκομμένα και καλοραμμένα.

Άλλος ένας ναύτης πέρασε τρέχοντας, κάνοντας μια υπόκλιση καθώς την προσπερνούσε. Η Εγκουέν ορκίστηκε ότι θα μάθαινε κάτι απ’ αυτά που έκαναν δεν ήθελε να νιώθει αδαής. Το δαχτυλίδι με το Μέγα Ερπετό, στο δεξί της χέρι, έφερνε άφθονες υποκλίσεις από τον καπετάνιο και το πλήρωμα, που οι περισσότεροι είχαν γεννηθεί στην Ταρ Βάλον.

Είχε κερδίσει σε αυτή τη διαφωνία με τη Νυνάβε, παρ’ όλο που η Νυνάβε ήταν βέβαιη ότι εκείνη ήταν η μόνη από τις τρεις που ήταν αρκετά μεγάλη για να την περάσουν για Άες Σεντάι. Αλλά η Νυνάβε είχε κάνει λάθος. Η Εγκουέν ήταν έτοιμη να παραδεχτεί ότι τόσο η ίδια όσο και η Ηλαίην είχαν δεχτεί αρκετές έκπληκτες ματιές εκείνο το απόγευμα που είχαν επιβιβαστεί στο Γαλάζιο Γερανό, στο Νότιο Λιμάνι· τα φρύδια του καπετάνιου Έλισορ είχαν ανεβεί τουλάχιστον ως εκεί που θα άρχιζαν τα μαλλιά του, αν είχε καθόλου, όμως τις είχε αντιμετωπίσει με χαμόγελα και υποκλίσεις.

«Τιμή μου, Άες Σεντάι. Τρεις Άες Σεντάι να ταξιδεύουν στο πλοίο μου; Είναι πραγματικά τιμή μου. Σας υπόσχομαι ένα γρήγορο ταξίδι, ως εκεί που επιθυμείτε. Και χωρίς μπελάδες με τους Καιρχινούς ληστές. Δεν πιάνω πια σε εκείνη την όχθη του ποταμού. Εκτός αν το επιθυμείτε, φυσικά, Άες Σεντάι. Οι Αντορανοί στρατιώτες έχουν καταλάβει μερικές πόλεις στην Καιρχινή πλευρά. Τιμή μου, Άες Σεντάι».

Τα φρύδια του είχαν αγγίξει πάλι την κορυφή του κεφαλιού του όταν αυτές ζήτησαν να μοιραστούν μια καμπίνα ― ακόμα και η Νυνάβε δεν ήθελε να μένει μόνη τις νύχτες, αν δεν υπήρχε λόγος. Τους είχε πει ότι θα μπορούσαν να έχουν καθεμιά δική της καμπίνα, χωρίς επιπλέον χρέωση· δεν είχε άλλους επιβάτες, το φορτίο ήταν ανεβασμένο στο πλοίο κι αν οι Άες Σεντάι είχαν επείγουσες δουλειές, τότε θα δεν περίμενε ούτε μια ώρα μήπως ερχόταν άλλος επιβάτης. Του είχαν ξαναπεί ότι μια καμπίνα θα αρκούσε.

Ο καπετάνιος, ο Τσιν Έλισορ, έμεινε έκπληκτος και ήταν φανερό από την έκφρασή του ότι δεν καταλάβαινε, αλλά ήταν γέννημα― θρέμμα της Ταρ Βάλον και δεν έκανε περιττές ερωτήσεις σε Άες Σεντάι, από τη στιγμή που είχαν αποσαφηνίσει τις προθέσεις τους. Κι οι δύο έμοιαζαν πολύ νέες ― ε, κάποιες Άες Σεντάι ήταν νέες.

Τα εγκαταλειμμένα ερείπια χάθηκαν πίσω από την Εγκουέν. Η στήλη του καπνού πλησίασε και υπήρχαν ίχνη άλλης μιας, πολύ πιο μακριά από την όχθη του ποταμού. Το δάσος έδινε τη θέση του σε χαμηλούς, χλοερούς λόφους, με σύδεντρα αραιά και πού. Όσα δένδρα έβγαζαν λουλούδια την άνοιξη ήταν ανθισμένα κι έβλεπες μικρά, άσπρα μπουμπούκια, χιονόμουρα και κατακόκκινα γλυκόμουρα. Ένα δέντρο, το οποίο η Εγκουέν δεν ήξερε πώς λεγόταν, ήταν σκεπασμένο από στρογγυλά, λευκά άνθη, πιο μεγάλα κι από τις δύο γροθιές της μαζί. Μερικές φορές, κάποια αναρριχώμενη τριανταφυλλιά άπλωνε κίτρινες ή άσπρες πινελιές πάνω σε κλαριά πυκνά από το πράσινο των φύλλων και το κόκκινο των καινούριων κλαριών. Ήταν τόσο ακραία η αντίθεση με τις στάχτες και τα χαλάσματα, που δεν ήταν και τόσο ευχάριστη.

Η Εγκουέν ευχήθηκε να είχε εκεί μπροστά της μια Άες Σεντάι, για να της κάνει ερωτήσεις. Μια την οποία να εμπιστευόταν. Χαϊδεύοντας το θύλακο με τα δάχτυλα, μόλις που μπορούσε να νιώσει μέσα το στρεβλωμένο, πέτρινο δαχτυλίδι του τερ’ανγκριάλ.

Από τότε που είχαν φύγει από την Ταρ Βάλον προσπαθούσε κάθε νύχτα, εκτός από δύο και το δαχτυλίδι δεν έφερνε ποτέ δεύτερη φορά τα ίδια αποτελέσματα. Πάντα, βέβαια, έβρισκε τον εαυτό της να είναι στον Τελ’αράν’ριοντ, αλλά το μόνο που έβλεπε και μπορούσε, ίσως, να φανεί χρήσιμο ήταν πάλι η Καρδιά της Πέτρας και ποτέ δεν ήταν εκεί η Σιλβί για να της λέει πράγματα. Το σίγουρο ήταν ότι δεν υπήρχε τίποτα σχετικό με το Μαύρο Άτζα.

Τα δικά της όνειρα, δίχως το τερ’ανγκριάλ, ήταν γεμάτα εικόνες, που έμοιαζαν με αποσπάσματα από τον Αθέατο Κόσμο. Σε ένα, ο Ραντ κρατούσε ένα σπαθί που έλαμπε σαν τον ήλιο, ώσπου η Εγκουέν σχεδόν δεν μπορούσε να διακρίνει ότι ήταν σπαθί, δεν μπορούσε να δει καν ότι ήταν εκείνος. Σε άλλο, ο Ραντ αντιμετώπιζε δέκα διαφορετικές απειλές, που καμιά δεν ήταν στο ελάχιστο πραγματική. Σε ένα όνειρο, ο ίδιος πάλι βρισκόταν σε έναν πελώριο άβακα για παιχνίδι με λίθους, με μαύρες πέτρες μεγάλες σαν βράχια, όπου προσπαθούσε να αποφύγει τα τεράστια χέρια που τις κινούσαν και προσπαθούσαν να τον λιώσουν. Αυτό ίσως σήμαινε κάτι. Πιθανότατα σήμαινε κάτι, αλλά εκτός του γεγονότος ότι ο Ραντ κινδύνευε από κάποιον, ή από δύο άτομα —της φαινόταν ότι αυτό ήταν αρκετά σαφές― πέρα απ’ αυτό, η Εγκουέν δεν ήξερε τίποτα. Τώρα δεν μπορώ να τον βοηθήσω. Έχω τα καθήκοντά μου. Δεν ζέρω καν πού είναι, μόνο ότι, πιθανότατα, βρίσκεται πεντακόσιες λεύγες μακριά από δω.