Выбрать главу

Είχε ονειρευτεί τον Πέριν μαζί με ένα λύκο, ένα γεράκι και έναν αστούριο ― το γεράκι και ο αστούριος πολεμούσαν τον Πέριν να τρέχει για να ξεφύγει από κάποιον που απειλούσε τη ζωή του· τον Πέριν να πηδά πρόθυμα από το χείλος ενός ψηλού γκρεμού λέγοντας «πρέπει να γίνει. Πρέπει να μάθω να πετώ, πριν πέσω κάτω». Σε ένα όνειρο υπήρχε ένας Αελίτης και της Εγκουέν της φάνηκε ότι είχε κάποια σχέση με τον Πέριν, αλλά δεν ήταν σίγουρη. Κι ένα όνειρο με τη Μιν να πατά μια ατσάλινη παγίδα που έκλεινε, αλλά παρ’ όλα αυτά να συνεχίζει το δρόμο της, χωρίς να έχει δει καν την παγίδα. Υπήρχαν, επίσης, όνειρα με τον Ματ. Τον Ματ, με ζάρια να στριφογυρνούν γύρω του ― κάτι της έλεγε ότι ήξερε πού βασιζόταν αυτό το όνειρο· τον Ματ, να τον ακολουθεί ένας άντρας που δεν ήταν εκεί ― αυτό, ακόμα, δεν το καταλάβαινε, υπήρχε ένας άντρας που τον ακολουθούσε, ή ίσως κι άλλοι, αλλά κατά κάποιον τρόπο δεν ήταν κανείς· τον Ματ, να καλπάζει με το άλογο απελπισμένα προς κάτι αθέατο στο βάθος, το οποίο έπρεπε να φτάσει· τον Ματ, με μια γυναίκα που έμοιαζε να πετά πυροτεχνήματα γύρω της. Η Εγκουέν υπέθεσε ότι ήταν Διαφωτίστρια, αλλά ούτε κι αυτό το όνειρο είχε νόημα.

Έβλεπε τόσα όνειρα, που είχε αρχίσει να αμφιβάλλει για όλα. Ίσως να είχε σχέση με το ότι χρησιμοποιούσε τόσο συχνά το τερ’ανγκριάλ, ή ίσως με το ότι το έφερε πάνω της. Ίσως, αυτό που συνέβαινε ήταν ότι τελικά μάθαινε τι έκαναν οι Ονειρεύτριες. Τρελά όνειρα, εξοντωτικά όνειρα. Άντρες και γυναίκες, που το έσκαγαν από ένα κλουβί και φορούσαν στέμμα. Μια γυναίκα που έπαιζε με μαριονέτες, καθώς και ένα άλλο όνειρο, όπου τα νήματα από τις μαριονέτες κατέληγαν στα χέρια μεγαλύτερων μαριονέτων και τα δικά τους νήματα σε ακόμα μεγαλύτερες μαριονέτες και ούτω καθεξής, ώσπου, στο τέλος, τα νήματα χάνονταν σε αφάνταστα ύψη. Βασιλιάδες που πέθαιναν, βασίλισσες που έκλαιγαν, μάχες που μαίνονταν. Λευκομανδίτες που ρήμαζαν τους Δύο Ποταμούς. Ακόμα και τους Σωντσάν είχε ονειρευτεί ξανά. Κι όχι μόνο μία φορά. Αυτά τα όνειρα τα έκλεινε σε μια σκοτεινή γωνία· δεν άφηνε τον εαυτό της να τα σκεφτεί. Τη μητέρα και τον πατέρα της, κάθε βράδυ.

Ήταν βέβαιη ότι αυτό, τουλάχιστον, ήξερε τι σήμαινε, ή ήταν σχεδόν βέβαιη. Σημαίνει ότι πάω να κυνηγήσω το Μαύρο Άτζα και δεν ξέρω τι σημαίνουν τα όνειρά μου και πώς να κάνω αυτό το ηλίθιο το τερ’ανγκριάλ να κάνει αυτό που θα έπρεπε να κάνει και φοβάμαι και... Και νοσταλγώ την πατρίδα. Για μια στιγμή, σκέφτηκε τι ωραίο που θα ήταν να βρισκόταν εκεί η μητέρα της και να την έβαζε στο κρεβάτι, ξέροντας ότι το πρωί τα πάντα θα ήταν καλύτερα. Μόνο που η μητέρα μου δεν μπορεί πια να μου λύνει τα προβλήματα και ο πατέρας μου δεν μπορεί να μου υποσχεθεί ότι θα διώξει τα τέρατα, έτσι που να το πιστέψω. Τώρα πρέπει να το κάνω μόνη μου.

Πόσο μακριά στο παρελθόν ήταν όλα αυτά τώρα... Δεν ήθελε στ’ αλήθεια να ξαναγυρίσουν, αλλά ήταν μια εποχή ζεστασιάς και έμοιαζε πολύ μακρινή. Θα ήταν υπέροχο απλώς να τους ξανάβλεπε, να ξανάκουγε τη φωνή τους. Όταν βάζω αυτό το δαχτυλίδι στο δάχτυλο, έχω δικαίωμα να επιλέξω.

Τελικά, είχε αφήσει τη Νυνάβε και την Ηλαίην να κοιμηθούν από μια νύχτα η καθεμιά με το πέτρινο δαχτυλίδι —είχε ξαφνιαστεί όταν κατάλαβε πόσο απρόθυμη ήταν να το αφήσει από τα χέρια της― και αυτές, ξυπνώντας, είχαν μιλήσει για εκείνο που σίγουρα ήταν ο Τελ’αράν’ριοντ, αλλά καμιά τους δεν είχε δει την Καρδιά της Πέτρας, παρά μόνο φευγαλέα. Επίσης, δεν είχαν δει τίποτα που να είναι χρήσιμο.

Η πυκνή στήλη καπνού τώρα ήταν μπροστά στο Γαλάζιο Γερανό. Υπολόγισε ότι απείχε πέντε ή έξι μίλια από το ποτάμι. Η άλλη στήλη ήταν μια κηλίδα στον ορίζοντα. Μπορεί να ήταν σύννεφο, αλλά η Εγκουέν ήταν βέβαιη πως δεν ήταν. Σε κάποια σημεία, κατά μήκος της όχθης, υπήρχαν μικρά σύδεντρα κοντά το ένα στο άλλο και στο ενδιάμεσο η χλόη κατηφόριζε ως το ποτάμι, εκτός από τα σημεία όπου μέρη της όχθης είχαν φαγωθεί από τα νερά και είχαν καταρρεύσει.

Η Ηλαίην ανέβηκε στο κατάστρωμα και πήγε δίπλα της, στην κουπαστή. Ο άνεμος φύσηξε και το δικό της σκούρο μανδύα. Κι αυτή, επίσης, φορούσε ρούχα από καλό μαλλί. Ήταν μια διαφωνία στην οποία είχε νικήσει η Νυνάβε. Τα ρούχα τους. Η Εγκουέν είχε υποστηρίξει ότι οι Άες Σεντάι πάντα φορούσαν τα καλύτερα, ακόμα κι όταν ταξίδευαν —σκεφτόταν τα μεταξωτά που φορούσε στον Τελ’αράν’ριοντ― αλλά η Νυνάβε είχε τονίσει ότι ακόμα και με το χρυσάφι που τους είχε αφήσει η Άμερλιν στην ντουλάπα της, που ήταν ένα χοντρό πουγκί, δεν είχαν ιδέα πόσο μπορεί να κόστιζαν τα πράγματα κατάντη. Οι υπηρέτριες είχαν πει ότι ο Ματ είχε δίκιο για τον εμφύλιο πόλεμο στην Καιρχίν και τα αποτελέσματά του στις τιμές. Προς μεγάλη έκπληξη της Εγκουέν, η Ηλαίην είχε επισημάνει ότι οι Καφέ αδελφές φορούσαν πιο συχνά μάλλινα, παρά μετάξια. Η Εγκουέν σκέφτηκε ότι η Ηλαίην βιαζόταν τόσο να φύγει από τα μαγειρεία, που θα φορούσε ακόμα και κουρέλια.