Выбрать главу

Αναρωτιέμαι τι να κάνει ο Ματ. Σίγουρα προσπαθεί να παίξει ζάρια με τον καπετάνιο τον πλοίον στο οποίο βρίσκεται.

«Τρομερό», μουρμούρισε η Ηλαίην. «Είναι τόσο τρομερό».

«Ποιο;» είπε αφηρημένα η Ηλαίην. Ελπίζω ο Ματ να μην πολυδείχνει το χαρτί που τον δώσαμε.

Η Ηλαίην την κοίταξε έκπληκτη και ύστερα έσμιξε τα φρύδια. «Αυτό!» Έδειξε το μακρινό καπνό. «Πώς μπορείς να το αγνοείς;»

«Μπορώ και το αγνοώ, επειδή δεν θέλω να σκέφτομαι τι περνάνε αυτοί οι άνθρωποι, επειδή δεν μπορώ να κάνω τίποτα κι επειδή πρέπει να φτάσουμε στο Δάκρυ. Επειδή αυτό που κυνηγάμε είναι στο Δάκρυ». Αυτά βγήκαν από μέσα της με τόση σφοδρότητα, που ξαφνιάστηκε και η ίδια. Δεν μπορώ να κάνω τίποτα. Και το Μαύρο Άτζα είναι στο Δάκρυ.

Όσο περισσότερο το σκεφτόταν τόσο πιο πολύ βεβαιωνόταν ότι θα έπρεπε να βρουν τρόπο να μπουν κρυφά στην Καρδιά της Πέτρας. Μάλλον εκεί επιτρεπόταν η είσοδος μόνο στους Υψηλούς Άρχοντες του Δακρύου, αλλά η Εγκουέν είχε σχεδόν πειστεί ότι το κλειδί για να κλείσει η παγίδα του Μαύρου Άτζα και να ανατρέψουν τα σχέδια του βρισκόταν στην Καρδιά της Πέτρας.

«Τα ξέρω αυτά, Εγκουέν, αλλά δεν σημαίνει ότι δεν συμπονώ τους Καιρχινούς».

«Άκουσα διαλέξεις για τους πολέμους του Άντορ με την Καιρχίν», είπε ξερά η Εγκουέν. «Η Μπενά Σεντάι λέει ότι δεν υπάρχουν άλλα έθνη που να πολέμησαν τόσες φορές μεταξύ τους όσο εσείς και η Καιρχίν, με εξαίρεση το Δάκρυ με το Ίλιαν».

Η άλλη γυναίκα τη λοξοκοίταξε. Η Ηλαίην δεν είχε συνηθίσει ποτέ την άρνηση της Εγκουέν να παραδεχτεί ότι ήταν Αντορανή. Τουλάχιστον οι γραμμές στο χάρτη έλεγαν ότι οι Δύο Ποταμοί ήταν τμήμα του Άντορ και η Ηλαίην πίστευε τους χάρτες.

«Πολεμήσαμε εναντίον τους, Εγκουέν, αλλά μετά τις καταστροφές που έπαθαν με τον Πόλεμο των Αελιτών, το Άντορ τους πουλάει όσα σιτηρά τους πουλάει και το Δάκρυ. Τώρα, το εμπόριο έχει διακοπεί. Με τους Καιρχινούς Οίκους να πολεμούν όλοι εναντίον όλων για το Θρόνο του Ήλιου, ποιος θα αγοράσει τα σιτηρά και ποιος θα τα διανείμει στον κόσμο; Αν οι μάχες είναι σε τόσο άσχημο σημείο, όσο έχουμε δει στις όχθες... Λοιπόν. Δεν μπορείς να ταΐζεις ένα λαό είκοσι χρόνια και να μη νιώσεις κάτι τώρα, που σίγουρα λιμοκτονούν».

«Ένας Φαιός Άνθρωπος», είπε η Εγκουέν και η Ηλαίην τινάχτηκε, προσπαθώντας να κοιτάξει παντού την ίδια στιγμή. Την κύκλωσε η λάμψη του σαϊντάρ.

«Που;»

Η Εγκουέν κοίταξε, πιο αργά τώρα, ολόγυρα στα καταστρώματα, αλλά για να βεβαιωθεί ότι κανείς δεν ήταν τόσο κοντά που να ακούσει. Ο καπετάνιος Έλισορ ακόμα στεκόταν στην πρύμνη, πλάι στον άντρα δίχως πουκάμισο που κρατούσε το μακρύ τιμόνι. Ένας ναύτης είχε ανέβει ψηλά στην πλώρη και με το βλέμμα χτένιζε τα νερά μπροστά για ίχνη υφάλων από λάσπη, ενώ δύο άλλοι τριγυρνούσαν στο κατάστρωμα και μερικές φορές τέντωναν ή χαλάρωναν τα σκοινιά των πανιών. Το υπόλοιπο πλήρωμα ήταν κάτω. Ένας από τους δύο ναύτες στάθηκε να κοιτάξει αν η βάρκα ήταν καλά δεμένη, εκεί που βρισκόταν αναποδογυρισμένη στο κατάστρωμα· η Εγκουέν τον περίμενε να φύγει για να μιλήσει.

«Τι βλάκας!» μουρμούρισε μαλακά. «Εγώ, Ηλαίην, όχι εσύ, μη με αγριοκοιτάζεις έτσι, λοιπόν». Συνέχισε ψιθυριστά. «Ένας Φαιός Άνθρωπος κυνηγά τον Ματ. Αυτό πρέπει να σήμαινε το όνειρο, αλλά δεν το κατάλαβα. Είμαι βλάκας».

Η λάμψη γύρω από την Ηλαίην εξαφανίστηκε. «Μην είσαι τόσο σκληρή με τον εαυτό σου», της απάντησε κι αυτή ψιθυριστά. «Ίσως αυτό να σημαίνει, αλλά δεν το κατάλαβα, ούτε και η Νυνάβε». Κοντοστάθηκε· οι ξανθοκόκκινες μπούκλες της τινάχτηκαν, καθώς κουνούσε το κεφάλι. «Αλλά δεν βγαίνει νόημα, Εγκουέν. Γιατί άραγε ένας Φαιός Άνθρωπος να κυνηγά τον Ματ; Στο γράμμα προς τη μητέρα μου δεν υπάρχει τίποτα που να είναι επιζήμιο για εμάς».

«Δεν ξέρω γιατί». Η Εγκουέν έσμιξε τα φρύδια. «Κάποιος λόγος θα υπάρχει. Είμαι βέβαιη ότι αυτό σημαίνει το όνειρο».