«Ακόμα κι αν έχεις δίκιο, Εγκουέν, δεν μπορείς να κάνεις κάτι».
«Το ξέρω», είπε η Εγκουέν με πίκρα. Δεν ήξερε καν αν ο Ματ ήταν μπροστά ή πίσω από τις τρεις τους. Υποψιαζόταν ότι θα ήταν μπροστά· ο Ματ θα είχε φύγει δίχως καθυστέρηση. «Όπως κι αν έχει», μουρμούρισε μόνη της, «δεν βοηθάει καθόλου. Κατάλαβα, επιτέλους, τι σημαίνει ένα όνειρό μου και δεν βοηθά στο παραμικρό!»
«Μα, αν βρήκες το νόημα ενός» της είπε η Ηλαίην, «ίσως βρεις και άλλων. Αν καθίσουμε και τα συζητήσουμε, ίσως .-»
Ο Γαλάζιος Γερανός τραντάχτηκε ολόκληρος, ρίχνοντας την Ηλαίην στο κατάστρωμα και την Εγκουέν από πάνω της. Όταν η Εγκουέν σηκώθηκε όρθια με κόπο, οι όχθες δεν κυλούσαν πια δίπλα τους. Το σκάφος είχε σταματήσει, η πλώρη ήταν υψωμένη και το κατάστρωμα έγερνε. Τα πανιά διπλώνονταν και χτυπούσαν στον άνεμο.
Ο Τσιν Έλισορ στάθηκε στα πόδια του και έτρεξε στην πλώρη, αφήνοντας τον τιμονιέρη να σηκωθεί μόνος του. «Βρε τυφλοσκούληκο, βρε αγρότη!» μούγκρισε στον άνθρωπο στην πλώρη, που είχε κρεμαστεί από την κουπαστή για μην πέσει στο νερό. «Κατσίκας γέννα! Είσαι τόσο καιρό στο ποτάμι και δεν έμαθες πώς περνάνε τα νερά από τους λασποϋφάλους.» Άρπαξε από τους ώμους τον άντρα στην κουπαστή και τον τράβηξε μέσα, αλλά το έκανε μόνο για να ανοίξει χώρο και να κοιτάξει ο ίδιος από την πλώρη. «Αν άνοιξες τρύπα στο κύτος, θα τη βουλώσω με τα σπλάχνα σου!»
Οι άλλοι ναύτες σηκώνονταν όρθιοι και από κάτω ανέβαιναν κι άλλοι. Όλοι έτρεξαν και μαζεύτηκαν γύρω από τον καπετάνιο.
Η Νυνάβε εμφανίστηκε στην κορυφή της σκάλας που οδηγούσε στις καμπίνες των επιβατών, ισιώνοντας τα φουστάνια της. Τραβώντας απότομα την πλεξούδα της, κοίταξε συνοφρυωμένη τους συγκεντρωμένους άντρες και ύστερα πλησίασε την Εγκουέν και την Ηλαίην. «Τα κατάφερε κι εξοκείλαμε, έτσι δεν είναι; Κι έλεγε τόσα, ότι ξέρει το ποτάμι όσο καλά ξέρει και τη σύζυγό του. Η γυναίκα, μάλλον, δεν έχει να περιμένει κάτι καλύτερο από ένα χαμόγελο του». Τέντωσε πάλι τη χοντρή πλεξούδα της και πήγε μπροστά, ανοίγοντας δρόμο ανάμεσα από τους ναύτες για να φτάσει στον καπετάνιο. Όλων τα βλέμματα ήταν καρφωμένα στα νερά από κάτω.
Δεν υπήρχε νόημα να την ακολουθήσουν. Ο καπετάνιος θα ξεμπερδέψει πιο γρήγορα αν τον αφήσουμε ήσυχο. Η Νυνάβε μάλλον του έλεγε πώς να κάνει τη δουλειά του. Κι η Ηλαίην έμοιαζε να σκέφτεται το ίδιο, κρίνοντας από τον τρόπο που κουνούσε πικρόχολα το κεφάλι, καθώς παρακολουθούσε τον καπετάνιο και το πλήρωμα να παρατάνε αυτό που κοίταζαν κάτω από την πλώρη και να στρέφουν με σεβασμό την προσοχή τους στη Νυνάβε.
Μια αναταραχή ξέσπασε ανάμεσα στους άντρες και δυνάμωσε. Για μια στιγμή, φάνηκαν τα χέρια του καπετάνιου, που ανέμιζαν διαμαρτυρόμενα πάνω από τα κεφάλια των άλλων και ύστερα η Νυνάβε γύρισε για να επιστρέψει με μεγάλες δρασκελιές —της άνοιξαν χώρο, υποκλινόμενοι βαθιά― ενώ ο Έλισορ έτρεχε πλάι της, σκουπίζοντας το στρογγυλό πρόσωπό του με ένα μεγάλο, κόκκινο μαντήλι. Η γεμάτη έγνοια φωνή του ακούστηκε πιο καθαρά καθώς πλησίαζαν.
«...τουλάχιστον δεκαπέντε μίλια ως το κοντινότερο χωριό από την πλευρά του Άντορ, Άες Σεντάι, και τουλάχιστον πέντε ή έξι μίλια κατάντη από την πλευρά της Καιρχίν! Είναι αλήθεια πως το φυλάνε Αντορανοί στρατιώτες, αλλά δεν φυλάνε την απόσταση από κει ως τα δω!» Σφούγγισε το πρόσωπό του, σαν να έσταζε ιδρώτας.
«Ένα βυθισμένο πλοίο», είπε η Νυνάβε στις άλλες δύο γυναίκες. «Έργο ληστών του ποταμού, κατά τη γνώμη του καπετάνιου. Θα δοκιμάσει να κάνουμε όπισθεν με τα κουπιά, αλλά δεν πιστεύει ότι αυτό θα φέρει αποτέλεσμα».
«Αρμενίζαμε με ταχύτητα όταν το χτυπήσαμε, Άες Σεντάι. Ήθελα να κάνουμε γρήγορα, για σένα». Ο Έλισορ έτριψε πιο δυνατά το πρόσωπό του. Η Εγκουέν συνειδητοποίησε ότι φοβόταν μήπως οι Άες Σεντάι τον κατηγορήσουν. «Κολλήσαμε για τα καλά. Αλλά δεν νομίζω να μπάζουμε νερά, Άες Σεντάι. Δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας. Κάποιο πλοίο θα περάσει. Με τα δικά του κουπιά και τα δικά μας, θα ξεκολλήσουμε. Δεν χρειάζεται να βγείτε στη στεριά, Άες Σεντάι. Το ορκίζομαι, μα το Φως».
«Σκεφτόσουν να αφήσουμε το πλοίο;» ρώτησε η Εγκουέν. «Πιστεύεις ότι είναι συνετό;»
«Φυσικά, είναι —!» Η Νυνάβε σταμάτησε και την κοίταξε σμίγοντας τα φρύδια. Η Εγκουέν της ανταπέδωσε το βλέμμα με μια ήρεμη ματιά. Η Νυνάβε συνέχισε πιο ήσυχα, αν και πάλι με κάποια ένταση. «Ο καπετάνιος λέει ότι μπορεί να περάσει πλοίο σε μια ώρα. Ένα πλοίο που να έχει αρκετά κουπιά για να βοηθήσει. Ή σε μια μέρα. Ή σε δυο, ίσως. Δεν νομίζω ότι μπορούμε να χάσουμε μια-δυο μέρες περιμένοντας. Μπορούμε να φτάσουμε σε αυτό το χωριό —πώς το είπες, καπετάνιε; Τζουρένε;― να πάμε περπατώντας στο Τζουρένε σε δυο ώρες, ή και λιγότερο. Αν ο καπετάνιος Έλισορ ελευθερώσει το πλοίο του όσο γρήγορα ελπίζει, τότε μπορούμε να επιβιβαστούμε ξανά. Λέει ότι θα κάνει μια στάση, για να δει αν είμαστε εκεί. Αν δεν ελευθερωθεί, όμως, μπορούμε να πάρουμε πλοίο από το Τζουρένε. Ίσως, μάλιστα, βρούμε πλοίο να μας περιμένει εκεί. Ο καπετάνιος λέει ότι οι έμποροι σταματούν εκεί, επειδή υπάρχουν οι Αντορανοί στρατιώτες». Πήρε μια βαθιά ανάσα, αλλά η φωνή της ακούστηκε πιο έντονη. «Σου εξήγησα επαρκώς τη συλλογιστική μου; Θέλεις κάτι περισσότερο;»