«Μου φαίνεται σαφής», έσπευσε να πει η Ηλαίην, πριν μπορέσει να μιλήσει η Εγκουέν. «Και μου φαίνεται καλή ιδέα. Κι εσύ βρίσκεις ότι είναι καλή ιδέα, Εγκουέν, έτσι δεν είναι;»
Η Εγκουέν κατένευσε απρόθυμα. «Έτσι λέω».
«Μα, Άες Σεντάι», διαμαρτυρήθηκε ο Έλισορ, «τουλάχιστον πηγαίνετε στην όχθη του Άντορ. Ο πόλεμος, Άες Σεντάι. Ληστές, στρατιώτες και κάθε λογής υποκείμενα είναι σχεδόν από την ίδια φάρα. Το σαμποτάζ κάτω από την πλώρη μας δείχνει τι είδους άνθρωποι είναι».
«Δεν έχουμε δει ψυχή στην πλευρά της Καιρχίν», είπε η Νυνάβε, «και, εν πάση περιπτώσει, είμαστε κάθε άλλο παρά απροστάτευτες, καπετάνιε. Επίσης, δεν πρόκειται να περπατήσω δεκαπέντε μίλια, ενώ μπορώ να κάνω έξι».
«Φυσικά, Άες Σεντάι». Ο Έλισορ τώρα ίδρωνε στ’ αλήθεια. «Δεν ήθελα να υπαινιχθώ... Φυσικά και δεν είστε απροστάτευτες, Άες Σεντάι. Δεν ήθελα να υπαινιχθώ τέτοιο πράγμα». Σκούπισε το πρόσωπό του νευρικά, αλλά αυτό ακόμα γυάλιζε.
Η Νυνάβε άνοιξε το στόμα, κοίταξε την Εγκουέν και φάνηκε να αλλάζει γνώμη και να λέει κάτι διαφορετικό από αυτό που σκόπευε αρχικά. «Θα κατέβω να πάρω τα πράγματά μου», είπε στον αέρα, απευθυνόμενη σε ένα σημείο κάπου ανάμεσα στην Εγκουέν και την Ηλαίην. Ύστερα, στράφηκε προς τον Έλισορ. «Καπετάνιε, ετοίμασε τη βάρκα σου». Εκείνος υποκλίθηκε και έφυγε, πριν καν η Νυνάβε στρίψει προς την μπουκαπόρτα. Πριν προλάβει η Νυνάβε να βρεθεί κάτω, ο Έλισορ φώναζε στους ναύτες να κατεβάσουν τη βάρκα από το πλάι.
«Όταν η μια λέει “πάνω”», μουρμούρισε η Ηλαίην, «η άλλη λέει “κάτω”. Αν δεν πάψετε, ίσως να μη φτάσουμε στο Δάκρυ».
«Θα φτάσουμε στο Δάκρυ», είπε η Εγκουέν. «Και πολύ πιο σύντομα, όταν η Νυνάβε συνειδητοποιήσει ότι δεν είναι πια Σοφία. Είμαστε όλες» —δεν είπε Αποδεχθείσες· δύο ναύτες περνούσαν γοργά δίπλα τους― «στο ίδιο επίπεδο τώρα». Η Ηλαίην αναστέναξε.
Η βάρκα δεν άργησε να τις βγάλει στη στεριά και στάθηκαν εκεί στην όχθη, με ραβδί πεζοπορίας στο χέρι, μπαγκάζια στην πλάτη, σακίδια και δισάκια. Ολόγυρά τους υπήρχαν κυματιστοί λόφοι με σύδεντρα αραιά και πού, αν και οι λόφοι γίνονταν δασώδεις μερικά μίλια πιο μακριά από το ποτάμι. Τα κουπιά του Γαλάζιου Γερανού τίναζαν αφρούς, αλλά δεν κατάφερναν να κουνήσουν το πλοίο. Η Εγκουέν γύρισε και ξεκίνησε προς το νότο, δίχως δεύτερη ματιά. Και πριν προλάβει η Νυνάβε να μπει μπροστά.
Όταν οι άλλες την πρόφτασαν, η Ηλαίην τη μάλωσε με το βλέμμα. Η Νυνάβε περπατούσε ευθεία μπροστά. Η Ηλαίην είπε στη Νυνάβε αυτό που είχε πει η Εγκουέν για τον Ματ και τον Φαιό Άνθρωπο, αλλά η μεγαλύτερη γυναίκα την άκουσε σιωπηλά και είπε μόνο: «Θα πρέπει να τα βγάλει πέρα μόνος του», δίχως να κόψει το βήμα της. Ύστερα από λίγο, η Κόρη-Διάδοχος εγκατέλειψε την προσπάθεια να τις κάνει να μιλήσουν και συνέχισαν όλες να βαδίζουν σιωπηλές.
Οι πυκνές συστάδες που σχημάτιζαν οι νεροβαλανιδιές και οι ιτιές κοντά στην όχθη δεν άργησαν να κρύψουν το Γαλάζιο Γερανό. Οι τρεις τους δεν πέρασαν μέσα από τις συστάδες, παρ’ όλο που ήταν σχετικά μικρές, επειδή στις σκιές των φύλλων τους δεν ήξερες τι μπορεί να κρυβόταν. Μερικοί κοντοί θάμνοι φύτρωναν ανάμεσα στις συστάδες κοντά στο ποτάμι, αλλά ήταν τόσο αραιοί, που δεν μπορούσαν να κρύψουν ούτε παιδί, πόσο μάλλον ληστή. Επίσης, απείχαν αρκετά μεταξύ τους.
«Αν δούμε ληστές», ανακοίνωσε η Εγκουέν, «θα υπερασπιστώ τον εαυτό μου. Εδώ πέρα δεν υπάρχει Άμερλιν να μας φυλάει».
Το στόμα της Νυνάβε σφίχτηκε. «Αν χρειαστεί», είπε μιλώντας στον αέρα μπροστά της, «μπορούμε να τρομάξουμε τους ληστές, όπως κάναμε με εκείνους τους Λευκομανδίτες. Αν δεν βρούμε άλλο τρόπο».
«Μακάρι να μη μιλούσατε για ληστές», είπε η Ηλαίην. «Θα ήθελα να φτάσουμε στο χωριό δίχως —»
Μια καφεγκρίζα μορφή σηκώθηκε πίσω από ένα μοναχικό θάμνο σχεδόν ίσια μπροστά τους.
38
Κόρες του Δόρατος
Η Εγκουέν αγκάλιασε το σαϊντάρ πριν προλάβει να βγει ολόκληρη η κραυγή από το στόμα της και είδε τη λάμψη να τυλίγει και την Ηλαίην. Για μια στιγμή, αναρωτήθηκε αν ο Έλισορ είχε ακούσει τις κραυγές τους, ώστε να τους στείλει βοήθεια· ο Γαλάζιος Γερανός το πολύ να απείχε ένα μίλι ανάντη. Κι έπειτα έδιωξε από το νου της κάθε σκέψη ότι θα δέχονταν βοήθεια, ήδη υφαίνοντας ροές Αέρα και Φωτιάς για να φτιάξει μια αστραπή. Στα αυτιά της αντηχούσαν ακόμα οι κραυγές.