Η Νυνάβε απλώς στεκόταν με τα χέρια σταυρωμένα κάτω από το στήθος και μια αυστηρή έκφραση στο πρόσωπο· ίσως να μην ήταν αρκετά θυμωμένη για να αγγίξει την Αληθινή Πηγή, ή μπορεί να είχε ήδη δει αυτό που η Εγκουέν έβλεπε μόλις τώρα. Αυτός που στεκόταν μπροστά τους ήταν μια γυναίκα, όχι μεγαλύτερη στα χρόνια από την Εγκουέν, αν και ψηλότερη.
Δεν άφησε το σαϊντάρ. Οι άντρες, μερικές φορές, πίστευαν χαζά ότι μια γυναίκα ήταν ακίνδυνη, μόνο και μόνο επειδή ήταν γυναίκα· η Εγκουέν δεν είχε τέτοιες ψευδαισθήσεις. Με την άκρη του μυαλού της πρόσεξε ότι η Ηλαίην δεν είχε, πλέον, ολόγυρά της τη λάμψη. Η Κόρη-Διάδοχος πρέπει ακόμα να έτρεφε ανόητες ιδέες. Ποτέ δεν ήταν αιχμάλωτη των Σωντσάν.
Η Εγκουέν δεν πίστευε ότι υπήρχαν πολλοί άντρες τόσο ανόητοι ώστε θα θεωρούν ακίνδυνη αυτή τη γυναίκα, παρ’ όλο που τα χέρια της ήταν άδεια και δεν φαινόταν οπλισμένη. Είχε γαλαζοπράσινα μάτια και κοκκινωπά μαλλιά κοντά κομμένα, με εξαίρεση μια μικρή αλογοουρά, που κρεμόταν στους ώμους της· φορούσε μαλακές μπότες, ως τα γόνατα, με κορδόνια, εφαρμοστό σακάκι και παντελόνι, όλα σε αποχρώσεις της γης και των βράχων. Κάποτε, της είχαν περιγράψει αυτά τα ρούχα· η γυναίκα τούτη ήταν Αελίτισσα.
Κοιτάζοντάς την, η Εγκουέν ένιωσε μια ξαφνική, παράξενη στοργή για τη γυναίκα. Δεν μπορούσε να το καταλάβει. Μοιάζει με την ξαδέρφη του Ραντ, να γιατί. Αλλά ακόμα κι αυτή η αίσθηση —σχεδόν συγγένειας― δεν μπορούσε να σιγάσει την περιέργειά της. Τι στο Φως γυρεύει εδώ μια Αελίτισσα; Ποτέ δεν φεύγουν από την Ερημιά, τουλάχιστον από τους Πολέμους του Άελ και μετά. Όλη τη ζωή της άκουγε πόσο επικίνδυνοι ήταν οι Αελίτες —τόσο τα μέλη των αντρικών, πολεμικών κοινωνιών όσο κι αυτές οι Κόρες του Δόρατος― αλλά δεν ένιωθε ιδιαίτερο φόβο, ούτε, παραδόξως, κάποιον εκνευρισμό που είχε φοβηθεί. Με το σαϊντάρ να τη γεμίζει με τη Μία Δύναμη, δεν είχε να φοβηθεί κανέναν. Εκτός, ίσως, από μια καλά εκπαιδευμένη αδελφή, παραδέχτηκε. Αλλά όχι μια γυναίκα μόνη της, ακόμα κι αν είναι Αελίτισσα.
«Το όνομά μου είναι Αβιέντα», είπε η Αελίτισσα, «από τη φυλή του Πικρού Νερού του Τάαρνταντ Άελ». Το πρόσωπό της ήταν ουδέτερο κι ανέκφραστο, σαν τον τόνο της. «Είμαι Φαρ Ντάραϊς Μάι, Κόρη του Δόρατος». Κοντοστάθηκε για μια στιγμή, μελετώντας τες. «Δεν έχετε εκείνη την όψη στο πρόσωπο, αλλά είδαμε τα δαχτυλίδια. Στα μέρη σας, έχετε γυναίκες σαν τις Σοφές μας, τις γυναίκες που λέγονται Άες Σεντάι. Είστε γυναίκες του Λευκού Πύργου, ή όχι;»
Αρχικά η Εγκουέν ένιωσε μια ταραχή. Είδαμε; Κοίταξε προσεκτικά γύρω της, αλλά δεν είδε άλλο άτομο πίσω από θάμνο, τουλάχιστον μέχρι είκοσι βήματα παραπέρα.
Αν υπήρχαν άλλοι, έπρεπε να είναι στο επόμενο αλσύλλιο, διακόσια βήματα πιο μπροστά, ή στο μεθεπόμενο, που ήταν στη διπλή απόσταση πίσω τους. Τόσο μακριά που δεν αποτελούσε απειλή. Εκτός αν έχουν τόξα. Αλλά θα έπρεπε να είναι καλοί τοξότες. Στην πατρίδα της, στους διαγωνισμούς της Μέρας του Ήλιου και του Μπελ Τάιν, μόνο οι κορυφαίοι τοξότες έριχναν σε αποστάσεις που ξεπερνούσαν τα διακόσια βήματα.
Αλλά έστω κι έτσι, ένιωθε καλύτερα ξέροντας ότι μπορούσε να εξαπολύσει αστροπελέκι σε όποιον το δοκίμαζε.
«Είμαστε γυναίκες της Ταρ Βάλον», είπε γαλήνια η Νυνάβε. Ήταν ολοφάνερο ότι δεν κοίταζε γύρω της για να δει άλλους Αελίτες. Ακόμα και η Ηλαίην έψαχνε με το βλέμμα. «Τώρα, αν θα μας θεωρούσες σοφές, αυτό είναι ένα άλλο ζήτημα», συνέχισε η Νυνάβε. «Τι θέλεις από εμάς;»
Η Αβιέντα χαμογέλασε. Η Εγκουέν συνειδητοποίησε ότι ήταν πολύ χαριτωμένη· η βλοσυρή έκφραση το είχε κρύψει. «Μιλάς σαν τις Σοφές. Κατευθείαν στο θέμα, χωρίς να ανέχεσαι ανοησίες». Το χαμόγελό της έσβησε, αλλά η φωνή της δεν έχασε την ηρεμία της. «Μία από μας είναι βαριά πληγωμένη, ίσως πεθαίνει. Οι Σοφές συχνά θεραπεύουν εκείνους που διαφορετικά θα πέθαιναν και άκουσα ότι οι Άες Σεντάι μπορούν να κάνουν περισσότερα. Θα τη βοηθήσετε;»
Η Εγκουέν, μπερδεμένη, παραλίγο να κουνήσει το κεφάλι αρνητικά. Μια φίλη της πεθαίνει; Κάνει σαν να ζητά να της δανείσουμε ένα φλιτζάνι κριθάλευρο!
«Θα τη βοηθήσω, αν μπορώ», είπε αργά η Νυνάβε. «Δεν μπορώ να υποσχεθώ τίποτα, Αβιέντα. Ίσως πεθάνει, παρά τις προσπάθειες μου».
«Ο θάνατος έρχεται σε όλους μας», είπε η Αελίτισσα. «Μπορούμε μόνο να διαλέξουμε πώς θα τον αντιμετωπίσουμε όταν έρθει. Θα σας πάω σε εκείνη».
Δύο γυναίκες με την ενδυμασία των Αελιτών στέκονταν ούτε δέκα βήματα πιο πέρα· η μια είχε βγει από ένα κοίλωμα του εδάφους που, αν ρωτούσες την Εγκουέν, θα σου έλεγε ότι ούτε σκυλί δεν θα μπορούσε να κρυφτεί εκεί· η άλλη από το χορτάρι, που έφτανε ως τη μέση των γονάτων της. Κατέβασαν τα μαύρα πέπλα τους καθώς σηκώνονταν —αυτό την τάραξε ξανά· ήταν βέβαιη ότι η Ηλαίην της είχε πει ότι οι Αελίτες έκρυβαν το πρόσωπο μόνο όταν ετοιμάζονταν να σκοτώσουν― και έστρωσαν στους ώμους το ύφασμα που έκρυβε το κεφάλι τους. Η μια είχε τα ίδια κοκκινωπά μαλλιά με την Αβιέντα και γκρίζα μάτια, η άλλη είχε σκουρογάλανα μάτια και μαλλιά σαν τη φωτιά. Καμία δεν ήταν μεγαλύτερη από την Εγκουέν και την Ηλαίην· και οι δυο έμοιαζαν έτοιμες να χρησιμοποιήσουν τα κοντά δόρατα που κρατούσαν.