Выбрать главу

Η γυναίκα με τα πυρρόξανθα μαλλιά έδωσε όπλα στην Αβιέντα· ένα μακρύ μαχαίρι με βαριά λεπίδα, για να το βάλει στη ζώνη της και μια γεμάτη φαρέτρα, την οποία φόρεσε από την άλλη μεριά· ένα σκούρο, καμπύλο τόξο, που είχε τη μουντή ασπράδα του κέρατου, σε μια θήκη που έδεσε στην πλάτη της· και τέσσερα κοντά δόρατα με μακριές αιχμές, τα οποία κράτησε στο αριστερό χέρι μαζί με μια μικρή, στρογγυλή ασπίδα από πετσί. Η Αβιέντα τα φόρεσε με τη φυσικότητα που μια γυναίκα στο Πεδίο του Έμοντ θα φορούσε το φουλάρι της και το ίδιο έκαναν και οι συντρόφισσές της. «Ελάτε», είπε και ξεκίνησε προς το αλσύλλιο που είχαν ήδη προσπεράσει.

Η Εγκουέν, τελικά, άφησε το σαϊντάρ. Υποψιαζόταν ότι αυτές οι Αελίτισσες, αν ήθελαν, θα την κάρφωναν με τα δόρατα πριν προλάβει να κάνει το παραμικρό, αλλά δεν πίστευε ότι θα έκαναν κάτι τέτοιο, παρ’ όλο που έδειχναν επιφυλακτικές. Κι αν η Νυνάβε δεν κατορθώσει να Θεραπεύσει τη φίλη τους; Μακάρι να ρωτούσε, πριν πάρει αποφάσεις που μας αφορούν όλες!

Καθώς πήγαιναν προς τα δέντρα, η Αελίτισσες κοίταζαν τη γη ολόγυρά τους σαν να περίμεναν ότι το άδειο τοπίο είχε εχθρούς εξίσου ικανούς με αυτές στο να κρύβονται. Η Αβιέντα προχωρούσε μπροστά και η Νυνάβε ακολουθούσε δίπλα της.

«Είμαι η Ηλαίην του Οίκου Τράκαντ», είπε η φίλη της Εγκουέν, σαν σε φιλική συζήτηση. «Κόρη-Διάδοχος της Μοργκέις, της Βασίλισσας του Άντορ».

Η Εγκουέν παραπάτησε. Φως μου, της σάλεψε; Ξέρω ότι το Άντορ τους αντιτάχθηκε στον Πόλεμο των Αελιτών. Μπορεί να έγινε πριν από είκοσι χρόνια, μα λένε ότι οι Αελίτες αργούν να ξεχάσουν.

Αλλά η πυρρόξανθη Αελίτισσα κοντά της είπε μόνο: «Είμαι η Μπάιν, της φυλής του Μαύρου Βράχου, του Σαάραντ Αελ».

«Είμαι η Τσιάντ», είπε η κοντή γυναίκα με τα πιο ξανθά μαλλιά, από την άλλη πλευρά της, «της φυλής του Πετροπόταμου του Γκόσιεν Αελ».

Η Μπάιν και η Τσιάντ κοίταξαν την Εγκουέν· η έκφραση τους δεν άλλαξε, μα της φάνηκε ότι τη θεωρούσαν αγενή.

«Είμαι η Εγκουέν αλ’Βερ», είπε. Έμοιαζαν να περιμένουν κι άλλα, έτσι πρόσθεσε: «Κόρη της Μάριν αλ’Βερ, από το Πεδίο του Έμοντ, στους Δύο Ποταμούς». Αυτό, κατά κάποιον τρόπο, φάνηκε να τις ικανοποιεί, αλλά ήταν αρκετά σίγουρη ότι δεν το είχαν πολυκαταλάβει, όπως και η ίδια δεν είχε καταλάβει όλα αυτά για τις φυλές και τις φατρίες. Πρέπει να είναι κάτι σαν οικογένεια. «Είστε πρωταδελφές;» Η Μπάιν έμοιαζε να απευθύνεται και τις τρεις.

Η Εγκουέν σκέφτηκε ότι πρέπει να εννοούσαν αδελφές με την έννοια που χρησιμοποιούσαν τη λέξη οι Άες Σεντάι και είπε «ναι», ενώ η Ηλαίην, την ίδια στιγμή, έλεγε «όχι».

Η Τσιάντ και η Μπάιν αντάλλαξαν μια σύντομη ματιά, που έλεγε ότι μιλούσαν σε γυναίκες που μπορεί να μην έστεκαν καλά στα μυαλά τους.

«Πρωταδελφή», είπε η Ηλαίην στην Εγκουέν, σαν να έκανε μάθημα, «σημαίνει γυναίκες που έχουν την ίδια μητέρα. Δευτεραδελφή σημαίνει ότι οι μητέρες τους είναι αδελφές». Απευθύνθηκε στις Αελίτισσες. «Καμιά μας δεν ξέρει πολλά για το λαό σας. Σας ζητώ να συγχωρήσετε την άγνοιά μας. Μερικές φορές θεωρώ την Εγκουέν πρωταδελφή μου, αλλά δεν είμαστε από το ίδιο αίμα».

«Τότε γιατί δεν λέτε τα λόγια μπροστά στις Σοφές σας;» ρώτησε η Τσιάντ. «Η Μπάιν κι εγώ γίναμε πρωταδελφές».

Η Εγκουέν βλεφάρισε. «Πώς μπορείτε να γίνετε πρωταδελφές; Ή έχετε την ίδια μητέρα, ή όχι. Δεν θέλω να σας προσβάλλω. Τα περισσότερα απ’ αυτά που ξέρω για τις Κόρες του Δόρατος, τα έμαθα από τα λίγα που μου είπε η Ηλαίην. Ξέρω ότι πολεμάτε στη μάχη και ότι δεν σας ενδιαφέρουν οι άντρες, αλλά τίποτα παραπάνω». Η Ηλαίην ένευσε· με τον τρόπο που είχε περιγράψει τις Κόρες του Δόρατος στην Εγκουέν, έμοιαζαν με κάτι ανάμεσα σε θηλυκούς Προμάχους και Κόκκινο Άτζα.

Στα πρόσωπά των Αελιτισσών άστραψε η ίδια έκφραση, σαν να μην ήταν βέβαιες ότι η Εγκουέν και η Ηλαίην είχαν τα λογικά τους.

«Δεν ενδιαφερόμαστε για τους άντρες;» μουρμούρισε η Τσιάντ, σαν να ήταν αίνιγμα.

Η Μπάιν έσμιξε σκεφτική τα φρύδια. «Αυτό που λες πλησιάζει την αλήθεια, αλλά παράλληλα αστοχεί τελείως. Όταν παντρευόμαστε το δόρυ, ορκιζόμαστε να μη δεσμευτούμε σε κανέναν άντρα ή παιδί. Κάποιες εγκαταλείπουν το δόρυ, για άντρα ή παιδί» —η έκφραση της έλεγε ότι εκείνη, προσωπικά, δεν το καταλάβαινε― «αλλά από τη στιγμή που θα το παρατήσουν, δεν μπορούν να το ξαναπιάσουν».