«Αν δεν την είχαμε φέρει εδώ, στο... ποτάμι, Άες Σεντάι», είπε η Αβιέντα, «δεν θα σε είχαμε βρει και θα πέθαινε ούτως ή άλλως».
Η Νυνάβε ξεφύσησε και ανακάτεψε τα λιωμένα βότανα που είχε ρίξει στο κύπελλο, μουρμουρίζοντας μόνη της. «Η ρίζα του κόρεν βοηθά να φτιάξει αίμα, το σκυλόχορτο για να δέσει τη σάρκα και παντογιάτρι, φυσικά και...» Το μουρμουρητό της χαμήλωσε τόσο που δεν ακουγόταν. Η Αβιέντα την κοίταζε σμίγοντας τα φρύδια.
«Οι Σοφές δουλεύουν με βοτάνια, Άες Σεντάι, αλλά δεν είχα ακούσει ότι το ίδιο κάνουν και οι Άες Σεντάι».
«Δουλεύω με ό,τι δουλεύω!» είπε κοφτά η Νυνάβε και άρχισε πάλι να ξεδιαλέγει τις σκόνες της και να μονολογεί χαμηλόφωνα.
«Πραγματικά κάνει σαν Σοφή», είπε σιγανά η Τσιάντ στην Μπάιν και η άλλη γυναίκα έκανε ένα σύντομο νεύμα.
Η Νταϊλίν ήταν η μόνη Αελίτισσα που δεν είχε τα όπλα στο χέρι και όλες έμοιαζαν έτοιμες να τα χρησιμοποιήσουν μέσα σε μια στιγμή. Η Νυνάβε, πάντως, δεν προσπαθεί να ηρεμήσει καμία τους, σκέφτηκε η Εγκουέν. Πρέπει να μιλήσουν για κάτι. Οτιδήποτε. Κανένας δεν έχει διάθεση για μάχη όταν μιλάει για κάτι ειρηνικό.
«Μην προσβληθείτε», είπε επιφυλακτικά, «αλλά πρόσεξα ότι όλες μοιάζετε να ανησυχείτε για το ποτάμι. Δεν αγριεύει, παρά μόνο όταν έχει καταιγίδα. Μπορείτε να κολυμπήσετε, αν θέλετε, αλλά υπάρχουν δυνατά ρεύματα μακριά από τις όχθες». Η Ηλαίην κούνησε το κεφάλι.
Οι Αελίτες παρέμειναν ανέκφραστες· η Αβιέντα είπε: «Είδα έναν άντρα —έναν Σιναρανό― να κάνει αυτό το πράγμα, το κολύμπι... κάποτε».
«Δεν καταλαβαίνω», είπε η Εγκουέν. «Ξέρω ότι δεν υπάρχει πολύ νερό στην Ερημιά, αλλά είπες ότι είσαι από τη “φυλή του Πετροπόταμου”, Τζόλιεν. Σίγουρα θα κολύμπησες στον Πετροπόταμο, έτσι δεν είναι;» Η Ηλαίην την κοίταξε σαν να είχε τρελαθεί.
«Να κολυμπήσω;» ρώτησε αμήχανα η Τζόλιεν. «Αυτό σημαίνει... να μπω στο νερό; Σε όλο αυτό το νερό; Χωρίς να κρατιέμαι από πουθενά;» Το κορμί της ρίγησε. «Άες Σεντάι, πριν περάσω το Δρακότειχος, ποτέ δεν είχα δει τρεχούμενο νερό που να μην μπορώ να το δρασκελίσω. Ο Πετροπόταμος... Μερικοί ισχυρίζονται ότι κάποτε είχε νερό, αλλά είναι μόνο κομπασμός. Μόνο οι πέτρες υπάρχουν. Τα παλαιότερα αρχεία των Σοφών και του αρχηγού της φατρίας λένε ότι ποτέ δεν είχε κάτι άλλο εκτός από πέτρες, από την πρώτη μέρα που η φυλή μας ξέκοψε από τη φυλή της Υψηλής Πεδιάδας και διεκδίκησε τη γη. Να κολυμπήσω!» Έσφιξε τα δόρατα, σαν να τα έβαζε με την ίδια τη λέξη. Η Τσιάντ και η Μπάιν απομακρύνθηκαν λίγο ακόμα από την ακροποταμιά.
Η Εγκουέν αναστέναξε και κοκκίνισε όταν αντάμωσε το βλέμμα της Ηλαίην. Ε, δεν είμαι Κόρη-Διάδοχοςγια να τα ζέρω όλα αυτά. Μα θα τα μάθω. Κοιτάζοντας ολόγυρα τις Αελίτισσες, συνειδητοποίησε ότι, αντί να τις γαληνέψει, τις είχε ξεσηκώσει ακόμα πιο πολύ. Αν κάνουν τίποτα, θα τις κρατήσω με Αέρα. Δεν είχε ιδέα αν μπορούσε να αρπάξει τέσσερα άτομα μονομιάς, αλλά ανοίχτηκε στο σαϊντάρ, ύφανε τις ροές στον Αέρα και τις κράτησε έτοιμες. Η Δύναμη έτρεμε μέσα της, λαχταρώντας να χρησιμοποιηθεί. Δεν υπήρχε λάμψη που να περιβάλλει την Ηλαίην και η Εγκουέν αναρωτήθηκε γιατί. Η Ηλαίην την κοίταξε κατάματα και κούνησε το κεφάλι.
«Ποτέ δεν θα πείραζα μια Άες Σεντάι», είπε ξαφνικά η Αβιέντα. «Θέλω να σου το πω. Είτε ζήσει, είτε πεθάνει η Νταϊλίν, αυτό δεν αλλάζει. Ποτέ δεν θα το χρησιμοποιούσα» —ύψωσε λίγο ένα κοντό δόρυ― «εναντίον οποιασδήποτε γυναίκας. Κι εσύ είσαι Άες Σεντάι». Η Εγκουέν ένιωσε ξαφνικά ότι η γυναίκα προσπαθούσε να τις ηρεμήσει.
«Το ήξερα», είπε η Ηλαίην, σαν να μιλούσε στην Αβιέντα, αλλά τα μάτια της έλεγαν στην Εγκουέν ότι τα λόγια της ήταν γι’ αυτήν. «Κανείς δεν ξέρει πολλά για το λαό σου, αλλά μου έμαθαν ότι οι Αελίτες ποτέ δεν πειράζουν γυναίκες, εκτός αν είναι —πώς το είπες;― παντρεμένες με το δόρυ».
Η Μπάιν φάνηκε να πιστεύει ότι η Ηλαίην πάλι δεν κατάφερνε να δει καθαρά την αλήθεια. «Δεν είναι ακριβώς έτσι, Ηλαίην. Αν μια γυναίκα που δεν είναι παντρεμένη μου επιτεθεί με όπλα, θα της έδινα ένα γερό μάθημα, για να μην το ξανακάνει. Ένας άντρας... ένας άντρας μπορεί να πίστευε ότι μια γυναίκα από τα μέρη σας είναι παντρεμένη, αν κρατούσε όπλα· δεν ξέρω. Οι άντρες είναι παράξενοι».
«Φυσικά», είπε η Ηλαίην. «Αλλά αφού εμείς δεν πάμε να σας επιτεθούμε με όπλα, εσείς δεν θα μας πειράξετε». Οι τέσσερις Αελίτισσες φάνηκαν κατάπληκτες και η Ηλαίην έριξε στην Εγκουέν μια γρήγορη ματιά, όλο νόημα.
Η Εγκουέν συνέχισε, πάντως, να κρατά το σαϊντάρ. Μπορεί η Ηλαίην να είχε διδαχτεί κάτι, αλλά δεν σήμαινε ότι ήταν αληθινό, ακόμα κι αν οι Αελίτισσες συμφωνούσαν. Και το σαϊντάρ... της έδινε μια ωραία αίσθηση.