Выбрать главу

Η Νυνάβε σήκωσε το κεφάλι της Νταϊλίν και της έχυσε το μίγμα στο στόμα. «Πιες», είπε με σταθερή φωνή. «Ξέρω ότι έχει άσχημη γεύση, αλλά πιες το όλο». Η Νταϊλίν κατάπιε, πνίγηκε και ήπιε και άλλο.

«Ούτε ακόμα και τότε, Άες Σεντάι», είπε η Αβιέντα στην Ηλαίην. Το βλέμμα της, όμως, ήταν προσηλωμένο στην Νταϊλίν και τη Νυνάβε. «Λέγεται ότι μια φορά, πριν από το Τσάκισμα του Κόσμου, υπηρετούσαμε τις Άες Σεντάι, αν και καμία ιστορία δεν λέει πώς. Σε αυτό το έργο αποτύχαμε. Ίσως αυτή είναι η αμαρτία που μας έστειλε στην Τρίπτυχη Γη· δεν ξέρω. Κανένας δεν ξέρει ποια ήταν η αμαρτία, εκτός, ίσως, από τις Σοφές, ή τους αρχηγούς των φατριών και δεν μιλάνε. Λέγεται ότι, αν αποτύχουμε άλλη μια φορά με τις Άες Σεντάι, θα μας αφανίσουν».

«Πιες το όλο», μουρμούρισε η Νυνάβε. «Σπαθιά! Σπαθιά και μπράτσα και μυαλό κουκούτσι!»

«Δεν θα σας αφανίσουμε», είπε η Ηλαίην με σίγουρη φωνή και η Αβιέντα κατένευσε.

«Όπως το λες, Άες Σεντάι. Αλλά οι παλιές ιστορίες ένα πράγμα λένε καθαρά. Ποτέ δεν πρέπει να πολεμήσουμε τις Άες Σεντάι. Αν ρίξεις εναντίον μου αστροπελέκια και μοιροφωτιά, θα χορέψω μαζί τους, αλλά εσένα δεν θα σε πειράξω».

«Μαχαιρώνουν τον κόσμο», μούγκρισε η Νυνάβε. Κατέβασε το κεφάλι της Νταϊλίν και της έπιασε το μέτωπο. Τα μάτια της Νταϊλίν είχαν κλείσει πάλι. «Μαχαιρώνουν γυναίκες!» Η Αβιέντα σάλεψε στα πόδια της και έσμιξε πάλι τα φρύδια ― και δεν ήταν η μόνη Αελίτισσα που έκανε έτσι.

«Μοιροφωτιά», είπε η Εγκουέν. «Αβιέντα, τι είναι η μοιροφωτιά;»

Η συνοφρυωμένη Αελίτισσα την κοίταξε χωρίς να αλλάξει έκφραση. «Δεν ξέρεις, Άες Σεντάι; Στις παλιές ιστορίες, την κράδαιναν οι Άες Σεντάι. Οι ιστορίες την παρουσιάζουν σαν κάτι φοβερό, αλλά αυτό είναι το μόνο που ξέρω. Λένε ότι ξεχάσαμε πολλά απ’ αυτά που ξέραμε κάποτε».

«Ίσως κι ο Λευκός Πύργος να έχει ξεχάσει πολλά», είπε η Εγκουέν. Την ξέρω από εκείνο το... όνειρο, η ό,τι κι αν ήταν. Ήταν αληθινό όσο ο Τελ’αράν’ριοντ. Θα έβαζα στοίχημα ακόμα και με τον Ματ γι αυτό.

«Δεν είναι σωστό!» φώναξε η Νυνάβε. «Κανένας δεν έχει δικαίωμα να μακελεύει έτσι κορμιά! Δεν είναι σωστό!»

«Είναι θυμωμένη;» ρώτησε ανήσυχα η Αβιέντα. Η Τσιάντ, η Μπάιν και η Τζόλιεν κοιτάχτηκαν ανήσυχα.

«Όλα είναι εντάξει», είπε η Ηλαίην.

«Καλύτερα από εντάξει», πρόσθεσε η Εγκουέν. «Τώρα θυμώνει και είναι καλύτερα από εντάξει».

Ξαφνικά, η λάμψη του σαϊντάρ τύλιξε τη Νυνάβε —η Εγκουέν έγειρε μπροστά, προσπαθώντας να δει, το ίδιο και η Ηλαίην― και η Νταϊλίν τινάχτηκε με μια κραυγή και με μάτια ορθάνοιχτα. Την επόμενη στιγμή, η Νυνάβε την ακουμπούσε πίσω και η λάμψη έσβηνε. Τα μάτια της Νταϊλίν έκλεισαν και έμεινε ξαπλωμένη, με το στήθος της ακόμα να ανεβοκατεβαίνει από το λαχάνιασμα.

Το είδα, σκέφτηκε η Εγκουέν. Νομίζω... νομίζω πως το είδα. Δεν ήταν σίγουρη αν είχε κατορθώσει να διακρίνει όλο το πλήθος των ροών, πόσο μάλλον τον τρόπο που τις είχε υφάνει μαζί η Νυνάβε. Αυτό που είχε κάνει η Νυνάβε εκείνα τα λίγα δευτερόλεπτα ήταν σαν να είχε πλέξει τέσσερα χαλιά μονομιάς, με τα μάτια κλεισμένα.

Η Νυνάβε χρησιμοποίησε τους ματωμένους επιδέσμους για να σκουπίσει το στομάχι της Νταϊλίν, απομακρύνοντας το κατακόκκινο, φρέσκο αίμα και τις μαύρες κρούστες του παλιού, που είχε ξεραθεί. Δεν υπήρχε πληγή, δεν υπήρχε ουλή, μόνο υγιές δέρμα, αρκετά πιο χλωμό από το πρόσωπο της Νταϊλίν.

Με μια γκριμάτσα, η Νυνάβε πήρε τα ματωμένα πανιά, σηκώθηκε και τα πέταξε στο ποτάμι. «Να την πλύνετε και να την ντύσετε», είπε. «Κρυώνει. Και ετοιμαστείτε να την ταΐσετε. Θα πεινάει». Γονάτισε πλάι στο ποτάμι για να πλύνει τα χέρια της.

39

Νήματα στο Σχήμα

Η Τζόλιεν, με τρεμάμενο χέρι, ακούμπησε το σημείο στο οποίο νωρίτερα υπήρχε η πληγή της Νταϊλίν όταν άγγιξε λεία επιδερμίδα, άφησε μια κοφτή κραυγή, σαν να την είχαν γελάσει τα μάτια της.

Η Νυνάβε όρθωσε το κορμί της, σκουπίζοντας τα χέρια στο μανδύα της. Η Εγκουέν αναγκάστηκε να παραδεχτεί ότι το καλό μαλλί ήταν καλύτερο για πετσέτα από τα μετάξια και τα βελούδα. «Είπα να την πλύνετε και να την ντύσετε», τις αποπήρε.

«Μάλιστα, Σοφή», είπε βιαστικά η Τζόλιεν και μαζί με την Τσιάντ και την Μπάιν έτρεξαν να υπακούσουν.

Η Αβιέντα άφησε ένα γελάκι, ένα γέλιο στα όρια των δακρύων. «Άκουσα να λένε ότι η Σοφή της φυλής της Τραχιάς Κορφής μπορεί να γιατρέψει έτσι, όπως και η άλλη, στη φυλή των Τεσσάρων Οπών, αλλά νόμιζα πως ήταν μόνο κομπασμός». Ανάσανε βαθιά και ξαναβρήκε την αυτοκυριαρχία της. «Άες Σεντάι, σου έχω χρέος. Το νερό μου είναι δικό σου και η φυλή μου θα σε καλωσορίσει. Η Νταϊλίν είναι η δευτεραδελφή μου». Είδε, από το βλέμμα της Νυνάβε, ότι δεν καταλάβαινε και πρόσθεσε: «Είναι κόρη της αδελφής της μητέρας μου. Αίμα μου, Άες Σεντάι. Σου έχω χρέος αίματος».