Выбрать главу

«Αν έχω αίμα για να χύσω», είπε ξερά η Νυνάβε, «θα το χύσω μόνη μου. Αν θέλεις να μου το ανταποδώσεις, πες μου αν υπάρχει πλοίο στο Τζουρένε. Είναι το επόμενο χωριό νότια από δω».

«Το χωριό όπου οι στρατιώτες σήκωσαν το λάβαρο του Άσπρου Λιονταριού;» είπε η Αβιέντα. «Όταν έκανα ανίχνευση χθες, υπήρχε εκεί ένα πλοίο. Οι παλιές ιστορίες μιλάνε για πλοία, αλλά είναι παράξενο να τα βλέπεις».

«Το Φως να δώσει να είναι ακόμα εκεί». Η Νυνάβε άρχισε να ταχτοποιεί τα διπλωμένα χαρτιά της, με τα βοτάνια σε σκόνη. «Αβιέντα, έκανα ό,τι μπορούσα για την κοπέλα και πρέπει να τραβήξουμε το δρόμο μας. Το μόνο που χρειάζεται τώρα είναι φαΐ κι ανάπαυση. Και μην αφήσετε να τη μαχαιρώσουν άλλη φορά».

«Ό,τι είναι να έρθει, θα έρθει, Άες Σεντάι», αποκρίθηκε η Αελίτισσα.

«Αβιέντα», είπε η Εγκουέν, «με αυτό που νιώθετε για τα ποτάμια, πώς τα περνάτε; Είμαι σίγουρη ότι ανάμεσα στην Ερημιά κι αυτό το μέρος, υπάρχει τουλάχιστον ένα ποτάμι, πλατύ σαν τον Ερινίν».

«Ο Αλγκουένυα», είπε η Ηλαίην. «Εκτός αν πήγατε γύρω του».

«Έχετε πολλά ποτάμια, αλλά μερικά έχουν αυτά τα πράγματα που τα λέτε γέφυρες εκεί που χρειάστηκε να περάσουμε και από άλλα περάσαμε σιγά, με τα πόδια. Για τα υπόλοιπα, η Τζόλιεν θυμήθηκε ότι τα ξύλα επιπλέουν». Χτύπησε τον κορμό μιας ψηλής φιλύρας. «Αυτά εδώ είναι μεγάλα, αλλά πλέουν σαν τα κλαριά. Βρήκαμε μερικά πεσμένα και φτιάξαμε ένα... πλοίο... μια βαρκούλα, με δυο-τρία δεμένα μαζί, για να περάσουμε το μεγάλο ποτάμι». Το είπε απλά, χωρίς έμφαση.

Η Εγκουέν την κοίταξε με δέος. Αν η ίδια φοβόταν κάτι τόσο πολύ, όσο οι Αελίτες φοβούνταν τα ποτάμια, θα μπορούσε να το αντιμετωπίσει με αυτό τον τρόπο; Φαντάστηκε πως όχι. Τι λες για το Μαύρο Άτζα; ρώτησε μια φωνούλα μέσα της. Δεν το φοβάσαι άλλο; Άλλο πράγμα εκείνο, απάντησε στη φωνούλα. Δεν υπάρχει γενναιότητα εκεί. Ή το κυνηγώ ή, αλλιώς, θα είμαι σαν λαγός που περιμένει το γεράκι. Σκέφτηκε το παλιό ρητό. «Καλύτερα να είσαι το σφυρί, παρά το καρφί».

«Πρέπει να πηγαίνουμε», είπε η Νυνάβε.

«Ένα λεπτό», της είπε η Ηλαίην. «Αβιέντα, γιατί ήρθατε μέχρι εδώ και περάσατε τόσες ταλαιπωρίες;»

Η Αβιέντα κούνησε το κεφάλι της με αηδία. «Δεν φτάσαμε καθόλου μακριά· ήμασταν από τις τελευταίες που έφυγαν. Οι Σοφές είχαν πέσει πάνω μου, σαν αδέσποτα σκυλιά που περικυκλώνουν μοσχαράκι και μου έλεγαν ότι είχα άλλα καθήκοντα». Ξαφνικά, χαμογέλασε πλατιά, δείχνοντας τις άλλες Αελίτισσες. «Αυτές έμειναν και περίμεναν, για να κοροϊδεύουν τη δυστυχία μου, έτσι είπαν, αλλά δεν νομίζω ότι οι Σοφές θα με άφηναν να φύγω, αν δεν με συντρόφευαν αυτές».

«Αναζητούμε τον προαναγγελμένο», είπε η Μπάιν. Κρατούσε την κοιμισμένη Νταϊλίν, για να της φορέσει η Τσιάντ ένα πουκάμισο από καφέ λινό ύφασμα. «Εκείνον Που Έρχεται Με Την Αυγή».

«Θα μας οδηγήσει έξω από την Τρίπτυχη Γη», πρόσθεσε η Τσιάντ. «Οι προφητείες λένε ότι θα είναι γέννημα μιας Φαρ Ντάραϊς Μάι».

Η Ηλαίην ξαφνιάστηκε. «Νόμιζα ότι είπες πως οι Κόρες του Δόρατος δεν επιτρέπεται να κάνουν παιδιά. Είμαι σίγουρη ότι έτσι μου δίδαξαν». Η Μπάιν και η Τσιάντ κοιτάχτηκαν ξανά, σαν η Ηλαίην να είχε πλησιάσει την αλήθεια και να είχε, πάλι, αστοχήσει.

«Αν μια Κόρη κάνει παιδί», εξήγησε προσεκτικά η Αβιέντα, «το δίνει στις Σοφές της φυλής της και αυτές δίνουν το παιδί σε μια άλλη γυναίκα, με τρόπο που να μην ξέρει κανείς ποιας παιδί είναι». Κι αυτή, επίσης, είχε ένα ύφος σαν να εξηγούσε ότι οι πέτρες είναι σκληρές. «Όλες οι γυναίκες θέλουν να μεγαλώσουν ένα τέτοιο παιδί, ελπίζοντας ότι θα αναθρέψουν Εκείνον Που Έρχεται Με Την Αυγή».

«Ή μπορεί να εγκαταλείψει το δόρυ και να παντρευτεί τον άντρα», είπε η Τσιάντ και η Μπάιν πρόσθεσε: «Μερικές φορές, υπάρχουν λόγοι που πρέπει να παρατήσεις το δόρυ».

Η Αβιέντα τις κοίταξε με νόημα και συνέχισε, σαν να μην είχαν μιλήσει. «Μόνο που, τώρα, οι Σοφές λένε ότι θα βρεθεί εδώ, πέρα από το Δρακότειχος. “Αίμα από το αίμα μας, ανακατεμένο με το παλιό αίμα, αναθρεμμένο από αρχαίο αίμα, που δεν είναι δικό μας”. Δεν το καταλαβαίνω, αλλά οι Σοφές μιλούσαν με τρόπο που δεν άφηνε περιθώριο για αμφιβολίες». Κοντοστάθηκε, προφανώς για να διαλέξει με προσοχή τα λόγια που θα έλεγε μετά. «Κάνατε πολλές ερωτήσεις, Άες Σεντάι. Θέλω κι εγώ να κάνω μία. Πρέπει να καταλάβετε ότι αναζητάμε σημάδια και οιωνούς. Γιατί τρεις Άες Σεντάι περπατούν σε μια γη όπου το μόνο χέρι δίχως λεπίδα είναι το χέρι που είναι τόσο αδύναμο από την πείνα, που δεν μπορεί να σφίξει τη λαβή; Πού πηγαίνετε;»

«Στο Δάκρυ», είπε ζωηρά η Νυνάβε, «εκτός αν μείνουμε εδώ να κουβεντιάζουμε, μέχρι να γκρεμιστεί η Καρδιά της Πέτρας». Η Ηλαίην τακτοποίησε το κορδόνι του σακιδίου και το λουρί του δισακιού της για να είναι άνετα στο περπάτημα και, έπειτα από μια στιγμή, η Εγκουέν τη μιμήθηκε.