Выбрать главу

Οι Αελίτισσες κοίταζαν η μια την άλλη και η Τζόλιεν είχε μαρμαρώσει εκεί που έσιαζε το γκριζοκαφέ σακάκι της Νταϊλίν. «Στο Δάκρυ;» είπε επιφυλακτικά η Αβιέντα. «Τρεις Άες Σεντάι διασχίζουν μια ταραγμένη γη, πηγαίνοντας στο Δάκρυ. Τι γυρεύετε στο Δάκρυ, Άες Σεντάι;»

Η Εγκουέν κοίταξε τη Νυνάβε. Φως μου, πριν από μια στιγμή ήταν όλο γέλια και τώρα ξεσηκώθηκαν.

«Κυνηγάμε κάποιες σατανικές γυναίκες», είπε προσεκτικά η Νυνάβε. «Σκοτεινόφιλες».

«Σκιοδρομείς». Όταν η Τζόλιεν πρόφερε τη λέξη, το στόμα της στράβωσε, σαν να είχε δαγκώσει σάπιο μήλο.

«Σκιοδρομείς στο Δάκρυ», είπε η Μπάιν και η Τσιάντ πρόσθεσε, σαν να ήταν το άλλο μισό της ίδιας πρότασης: «Και τρεις Άες Σεντάι που αναζητούν την Καρδιά της Πέτρας».

«Δεν είπα ότι πάμε στην Καρδιά της Πέτρας», είπε απότομα η Νυνάβε. «Είπα μόνο ότι δεν θέλω να περιμένω εδώ, μέχρι να γκρεμιστεί. Εγκουέν, Ηλαίην, είστε έτοιμες;» Ξεκίνησε να βγει από το αλσύλλιο, χωρίς να περιμένει την απάντησή τους· το ραβδί πεζοπορίας χτυπούσε το χώμα και οι μεγάλες δρασκελιές της την πήγαιναν κατά το νότο.

Η Εγκουέν και η Ηλαίην αποχαιρέτησαν βιαστικά τις άλλες και την ακολούθησαν. Οι τέσσερις Αελίτισσες στάθηκαν και τις κοίταζαν να φεύγουν.

Όταν οι δυο τους βρέθηκαν σε κάποια απόσταση από το αλσύλλιο, η Εγκουέν είπε: «Παραλίγο να σταματήσει η καρδιά μου όταν είπες ποια είσαι. Δεν φοβήθηκες, μήπως θελήσουν να σε σκοτώσουν, ή να σε πάρουν αιχμάλωτη; Ο Πόλεμος των Αελιτών δεν είναι και τόσο μακρινός και μπορεί να έλεγαν ότι δεν βλάπτουν γυναίκες που δεν κρατούν δόρυ, αλλά εμένα μου έμοιαζαν έτοιμες να σηκώσουν τα δόρατά τους με το παραμικρό».

Η Ηλαίην κούνησε πικρόχολα το κεφάλι. «Μόλις έμαθα πόσο πολλά είναι αυτά που δεν ξέρω για τους Αελίτες, αλλά έχω διδαχθεί ότι δεν σκέφτονται τον Πόλεμο των Αελιτών σαν πόλεμο. Από τον τρόπο που μου φέρθηκαν, νομίζω ότι πολλά απ’ αυτά που έμαθα είναι αληθινά. Ή μπορεί να οφείλεται στο ότι με νομίζουν Άες Σεντάι».

«Ξέρω ότι είναι παράξενες, Ηλαίην, αλλά κανένας δεν μπορεί να πει ότι δεν ήταν πόλεμος εκείνα τα τρία χρόνια των μαχών. Δεν ξέρω με ποιον τρόπο μάχονται αυτοί, αλλά ο πόλεμος είναι πόλεμος».

«Γι’ αυτούς όχι. Χιλιάδες Αελίτες πέρασαν τη Ραχοκοκαλιά του Κόσμου, αλλά, απ’ ό,τι φαίνεται, έβλεπαν τον εαυτό τους σαν κυνηγό κλεφτών, σαν δήμιο, που έψαχνε να βρει τον Βασιλιά Λάμαν της Καιρχίν για ένα έγκλημα, το κόψιμο του Αβεντοραλντέρα. Για τους Αελίτες, δεν ήταν πόλεμος. Ήταν εκτέλεση».

Το Αβεντοραλντέρα, σύμφωνα με ένα μάθημα της Βέριν, ήταν ένα βλαστάρι του ίδιου του Δέντρου της Ζωής, που το είχαν πάει οι Αελίτες στην Καιρχίν, πριν από τετρακόσια χρόνια, ως μια πρωτοφανή προσφορά ειρήνης και το είχαν δώσει στους Καιρχινούς, μαζί με το δικαίωμα να διασχίζουν την Ερημιά ― ένα δικαίωμα που διαφορετικά το είχαν μονάχα οι πραματευτές, οι βάρδοι και οι Τουάθα’αν. Ένα μεγάλο μέρος του πλούτου της Καιρχίν οφειλόταν στο εμπόριο φιλντισιού, αρωμάτων, μπαχαρικών και κυρίως του μεταξιού, με τις χώρες πέρα από την Ερημιά. Ακόμα και η Βέριν δεν είχε ιδέα πώς οι Αελίτες είχαν βρει ένα φιντανάκι του Αβεντεσόρα ― κατ’ αρχάς, τα παλιά βιβλία έλεγαν καθαρά ότι δεν είχε σπόρους· έπειτα, κανένας δεν ήξερε πού ήταν το Δέντρο της Ζωής, με εξαίρεση μερικές ιστορίες, που προφανώς έκαναν λάθος, αλλά σίγουρα το Δέντρο της Ζωής δεν μπορεί να είχε την παραμικρή σχέση με τους Αελίτες. Επίσης, η Βέριν δεν ήξερε ούτε γιατί οι Αελίτες αποκαλούσαν τους Καιρχινούς Ομόδιψους, ή γιατί επέμεναν τα καραβάνια των εμπόρων να υψώνουν ένα λάβαρο με το τρίλοβο φύλλο του Αβεντεσόρα.

Η Εγκουέν παραδέχτηκε απρόθυμα ότι μπορούσε να καταλάβει γιατί είχαν ξεκινήσει έναν πόλεμο —έστω κι αν εκείνοι δεν το έβλεπαν έτσι― όταν ο Βασιλιάς Λάμαν είχε κόψει το δώρο τους, για να φτιάξει ένα θρόνο που δεν θα είχε όμοιό του στον κόσμο. Το Αμάρτημα του Λάμαν, είχε ακούσει να το λένε. Σύμφωνα με τη Βέριν, όχι μόνο είχε λάβει τέλος το εμπόριο της Καιρχίν που περνούσε από την Ερημιά, αλλά και οι Καιρχινοί, που τολμούσαν να μπουν στην Ερημιά, εξαφανίζονταν. Η Βέριν ισχυριζόταν ότι τους «πουλούσαν σαν ζώα» στα μέρη πέρα από την Ερημιά, αλλά ακόμα κι αυτή δεν καταλάβαινε πώς μπορούσες να πουλήσεις έναν άντρα ή μια γυναίκα.

«Εγκουέν», είπε η Ηλαίην, «ξέρεις ποιος πρέπει να είναι Εκείνος Που Έρχεται Με Την Αυγή;»

Κοιτώντας την πλάτη της Νυνάβε, η οποία βρισκόταν ακόμα μπροστά τους, η Εγκουέν κούνησε το κεφάλι —θέλει να παραβγούμε ποια θα φτάσει πρώτη στο Τζουρένε;― και σχεδόν σταμάτησε να βαδίζει. «Δεν πιστεύω να εννοείς —;»