Выбрать главу

Η Ηλαίην ένευσε. «Αυτόν εννοώ. Δεν ξέρω πολλά πράγματα για τις Προφητείες του Δράκοντα, αλλά άκουσα μερικές γραμμές. Μια που θυμάμαι, λέει: “Στις πλαγιές του Όρους του Δράκοντα θα γεννηθεί, θα γεννηθεί από μια κόρη που δεν είναι παντρεμένη με κανέναν”. Εγκουέν, ο Ραντ πράγματι μοιάζει με Αελίτη. Καλά, μοιάζει επίσης και με τις εικόνες της Τιγκραίν που έχω δει, αλλά αυτή εξαφανίστηκε πολύ πριν γεννηθεί και, πάντως, δεν νομίζω ότι μπορεί να ήταν η μητέρα του. Πιστεύω ότι η μητέρα του Ραντ ήταν μια Κόρη του Δόρατος».

Η Εγκουέν συνοφρυώθηκε σκεφτική, βαδίζοντας γοργά και φέρνοντας ξανά στο νου της όσα ήξερε για τη γέννηση του Ραντ. Τον είχε μεγαλώσει ο Ταμ αλ’Θορ όταν είχε πεθάνει η Κάρι αλ’Θορ, αλλά αν αλήθευε εκείνο που είχε πει η Μουαραίν, τότε δεν μπορεί να ήταν αυτοί οι πραγματικοί γονείς του. Η Νυνάβε μερικές φορές έδειχνε να ξέρει κάποιο μυστικό για τη γέννηση του Ραντ. Αλλά πάω στοίχημα ότι δεν θα μπορούσαμε να το βγάλουμε από μέσα της ούτε με πιρούνι!

Πρόφτασαν τη Νυνάβε· η Εγκουέν είχε ένα άγριο ύφος καθώς συλλογιζόταν, η Νυνάβε κοίταζε ευθεία μπροστά, προς το Τζουρένε και το πλοίο, ενώ η Ηλαίην κοίταζε στενοχωρημένη τις άλλες, σαν να ήταν δυο παιδιά που είχαν μουτρώσει καυγαδίζοντας ποιο θα έπαιρνε μεγαλύτερο κομμάτι τούρτα.

Ύστερα από λίγη ώρα που περπατούσαν σιωπηλά, η Ηλαίην είπε: «Μια χαρά τα κατάφερες, Νυνάβε. Τη Θεραπεία και τα υπόλοιπα. Νομίζω πως δεν αμφέβαλλαν καθόλου ότι είσαι Άες Σεντάι. Ούτε και για εμάς, χάρη στη στάση σου».

«Έκανες καλή δουλειά», είπε η Εγκουέν, ύστερα από ένα λεπτό. «Ήταν η πρώτη φορά που είδα με προσοχή τι συμβαίνει στη Θεραπεία. Μπροστά του, το να φτιάχνεις αστραπή είναι σαν να μαγειρεύεις χυλό».

Στο πρόσωπο της Νυνάβε εμφανίστηκε ένα ξαφνιασμένο χαμόγελο. «Σε ευχαριστώ», μουρμούρισε και άπλωσε το χέρι για να τραβήξει ελαφρά τα μαλλιά της Εγκουέν, όπως έκανε όταν η Εγκουέν ήταν μικρό κοριτσάκι.

Δεν είμαι πια κοριτσάκι. Η στιγμή πέρασε γοργά, όπως είχε έρθει και συνέχισαν πάλι αμίλητες. Η Ηλαίην αναστέναξε δυνατά.

Έκαναν άλλο ένα μίλι, ή και παραπάνω, με γρήγορο ρυθμό, παρ’ όλο που συνεχώς έστριβαν από το ποτάμι για να κάνουν το γύρο των σύδεντρων της όχθης. Η Νυνάβε επέμενε να περνούν σε αρκετή απόσταση από τα δέντρα. Η Εγκουέν θεωρούσε ότι ήταν χαζό να πιστεύουν ότι θα κρύβονταν κι άλλες Αελίτισσες στα αλσύλλια, όμως αυτές οι παρακάμψεις δεν πρόσθεταν μεγάλη απόσταση στην πορεία τους· τα σύδεντρα δεν ήταν πολύ μεγάλα.

Η Ηλαίην, όμως, είχε το νου της στα δέντρα κι ήταν αυτή που ούρλιαξε ξαφνικά: «Προσέξτε!»

Η Εγκουέν γύρισε απότομα το κεφάλι· άντρες ξεπηδούσαν ανάμεσα από τα δέντρα, στριφογυρίζοντας σφεντόνες πάνω από τα κεφάλια τους. Ανοίχτηκε στο σαϊντάρ και κάτι τη χτύπησε στο κεφάλι. Το σκοτάδι κατάπιε τα πάντα.

Η Εγκουέν ένιωθε να λικνίζεται, ένιωθε κάτι να κινείται από κάτω της. Το κεφάλι της πήγαινε να σπάσει από τον πόνο. Προσπάθησε να ακουμπήσει τους κροτάφους της, αλλά κάτι έσφιξε τους καρπούς της και το χέρι της δεν σάλεψε.

«― καλύτερο από το να καθόμαστε εκεί όλη μέρα, περιμένοντας να σκοτεινιάσει», είπε μια τραχιά, αντρική φωνή. «Ποιος ξέρει αν θα περάσει άλλο πλοίο από τόσο κοντά. Και δεν βασίζομαι σε αυτή τη βάρκα. Μπάζει νερά».

«Παρακάλα να πιστέψει ο Άντεν ότι είδες τα δαχτυλίδια πριν αποφασίσεις να το κάνεις», είπε ένας άλλος άντρας. «Θέλει πλούσια λεία, όχι γυναίκες, νομίζω». Ο άλλος μουρμούρισε βραχνά τι μπορούσε να κάνει ο Άντεν με την τρύπια βάρκα του, καθώς και με τη λεία, επίσης.

Τα μάτια της άνοιξαν. Μπροστά της χόρευαν ασημένιες κουκκίδες· της φάνηκε ότι θα έκανε εμετό στο έδαφος, που πηγαινοερχόταν κάτω από το κεφάλι της. Ήταν δεμένη κάθετα στην πλάτη ενός αλόγου, ένα σκοινί την έδενε από τους καρπούς και τους αστραγάλους περνώντας από την κοιλιά του αλόγου και τα μαλλιά της κρέμονταν κάτω.

Ακόμα ήταν μέρα. Σήκωσε το κεφάλι για να κοιτάξει. Πολλοί κακοντυμένοι έφιπποι ήταν ολόγυρά της και δεν έβλεπε αν ήταν, επίσης, αιχμάλωτες η Νυνάβε και η Ηλαίην. Κάποιοι από τους άντρες διέθεταν τμήματα πανοπλίας —ένα καταχτυπημένο κράνος ο ένας, ένα θώρακα γεμάτο λακκούβες ο άλλος, ένα γιλέκο με μεταλλικά λέπια ο τρίτος― αλλά οι περισσότεροι φορούσαν μόνο σακάκια που είχαν να πλυθούν μήνες, αν είχαν πλυθεί ποτέ. Από την οσμή, φαινόταν ότι και οι ίδιοι οι άντρες είχαν μήνες να πλυθούν. Όλοι έφεραν ξίφη, στη μέση ή στη ράχη.

Την πλημμύρισε οργή και φόβος, αλλά κυρίως ένας άγριος θυμός. Δεν θα με κρατήσουν αιχμάλωτη! Δεν θα με κρατήσουν δεμένη! Όχι! Ανοίχτηκε στο σαϊντάρ κι ο πόνος παραλίγο να της ανοίξει το κεφάλι στα δύο· μόλις που έπνιξε το βογκητό της.