Το άλογο κοντοστάθηκε για μια στιγμή, καθώς ακούγονταν φωνές και το τρίξιμο σκουριασμένων μεντεσέδων και μετά προχώρησε λιγάκι και οι άντρες αφίππευσαν. Καθώς άνοιγαν χώρο, η Εγκουέν είδε για λίγο πού βρίσκονταν. Τους περιέβαλλε ένα πασσαλόπηγμα, στημένο σε ένα μεγάλο, στρογγυλό ανάχωμα κι άντρες με τόξα φρουρούσαν έναν ξύλινο διάδρομο κατασκευασμένο αρκετά ψηλά, ώστε να μπορούν να βλέπουν πάνω από τις βιαστικά πελεκημένες κορφές των πασσάλων. Ένα χαμηλό σπίτι, από κορμούς δέντρων, δίχως παράθυρα, φαινόταν μπηγμένο στο ανάχωμα κάτω από το φράκτη. Δεν υπήρχαν άλλα κτίρια, εκτός από μερικά πρόχειρα υπόστεγα. Με εξαίρεση τους άντρες και τα άλογα που μόλις είχαν έρθει, η υπόλοιπη έκταση ήταν γεμάτη φωτιές για μαγείρεμα, δεμένα άλογα και πολλούς ακόμα άπλυτους άντρες. Πρέπει να ήταν το λιγότερο καμιά εκατοστή. Υπήρχαν κατσίκες, γουρούνια και κότες σε κλουβιά, που γέμιζαν τον αέρα με βελάσματα, γρυλίσματα και κακαρίσματα, τα οποία ενώνονταν με βραχνές κραυγές και γέλια, για να δημιουργήσουν ένα σαματά που τρυπούσε το κεφάλι της Εγκουέν.
Βρήκε με το βλέμμα τη Νυνάβε και την Ηλαίην, που ήταν ριγμένες σε άλογα δίχως σέλα και δεμένες με το κεφάλι προς τα κάτω, όπως και η ίδια. Έμοιαζαν ακίνητες· η άκρη της πλεξούδας της Νυνάβε σύρθηκε στο χώμα καθώς το άλογό της σάλεψε. Μια μικρή ελπίδα ξεψύχησε· ότι μπορεί να είχε μείνει κάποια ελεύθερη, για να βοηθήσει τις υπόλοιπες να δραπετεύσουν. Φως μου, δεν αντέχω να μείνω ξανά φυλακισμένη. Δεν αντέχω πάλι. Προσπάθησε επιφυλακτικά να ανοιχτεί πάλι στο σαϊντάρ. Αυτή τη φορά, ο πόνος δεν ήταν τόσο έντονος —απλώς ήταν σαν να της είχαν πετάξει μια πέτρα στο κεφάλι― αλλά διέλυσε το κενό πριν προλάβει καν να σκεφτεί το τριαντάφυλλο.
«Η μια συνήρθε!» ακούστηκε η δυνατή φωνή κάποιου.
Η Εγκουέν προσπάθησε να αφήσει το κορμί της νωθρό και να μη δείξει επικίνδυνη. Πώς στο Φως μπορώ να δείξω επικίνδυνη έτσι δεμένη, σαν σάκος αλεύρι! Που να καώ, πρέπει να κερδίσω χρόνο. Πρέπει! «Δεν θα σου κάνω κακό», είπε στον ιδρωμένο άντρα, που ερχόταν τρέχοντας. Ή προσπάθησε να του το πει. Δεν ήξερε πόσο είχε προλάβει να μιλήσει, πριν κάτι την πετύχει ξανά στο κεφάλι και το σκοτάδι την καταπιεί, μαζί με ένα κύμα ναυτίας.
Την επόμενη φορά, το ξύπνημά της ήταν ευκολότερο. Το κεφάλι της ακόμα πονούσε, αλλά όχι όσο πριν, αν και οι σκέψεις της στριφογυρνούσαν σαν τρελές. Τουλάχιστον, το στομάχι μου δεν... Φως μου, καλύτερα να μην το σκέφτομαι. Είχε γεύση από ξινό κρασί και κάτι πικρό στο στόμα της. Λουρίδες φωτός φαίνονταν από τις οριζόντιες χαραμάδες ενός προχειροφτιαγμένου τοίχου, αλλά η Εγκουέν ήταν ξαπλωμένη στο σκοτάδι, ανάσκελα. Της φάνηκε ότι ήταν πάνω στο χώμα. Ούτε η πόρτα έμοιαζε να κλείνει καλά, όμως φαινόταν γερή.
Σηκώθηκε στα χέρια και τα γόνατα και ξαφνιάστηκε όταν βρήκε ότι δεν ήταν δεμένη. Με εξαίρεση εκείνο τον τοίχο από απελέκητους κορμούς, οι άλλοι ήταν από τραχιά πέτρα. Το φως, που έμπαινε από τις χαραμάδες, αρκούσε για να της δείξει τη Νυνάβε και την Ηλαίην, που ήταν σωριασμένες στο χώμα. Στο πρόσωπο της Κόρης-Διαδόχου υπήρχε αίμα. Καμιά τους δεν σάλευε και μόνο το στήθος τους φούσκωνε και χαμήλωνε, όπως ανέπνεαν. Η Εγκουέν δίστασε. Δεν ήξερε αν έπρεπε να τις ξυπνήσει αμέσως, ή να δει πρώτα τι υπήρχε στην άλλη πλευρά του τοίχου. Μια κλεφτή ματιά, σκέφτηκε. Καλύτερα να δω πώς μας φυλάνε, πριν τις ξυπνήσω.
Είπε με το νου της ότι δεν το έκανε επειδή φοβόταν μήπως δεν μπορούσε να τις ξυπνήσει. Πλησιάζοντας το μάτι σε μια χαραμάδα κοντά στην πόρτα, σκέφτηκε το αίμα που είχε η Ηλαίην στο πρόσωπο και προσπάθησε να θυμηθεί τι ακριβώς είχε κάνει η Νυνάβε στην Νταϊλίν.
Το διπλανό δωμάτιο ήταν μεγάλο —πρέπει να καταλάμβανε το υπόλοιπο τμήμα του ξύλινου κτιρίου που είχε δει― και δεν είχε παράθυρα, αλλά υπήρχε άπλετο φως από ασημένιες και χρυσές λάμπες, που κρέμονταν από χοντρά καρφιά στους τοίχους και τους κορμούς που σχημάτιζαν το ψηλό ταβάνι. Δεν υπήρχε τζάκι. Στο σκληρό, πατημένο χώμα, το οποίο αποτελούσε το πάτωμα, χοντροκαμωμένα τραπέζια και καρέκλες στέκονταν ανάμεσα σε σεντούκια με επίχρυσα σκαλίσματα και φιλντισένια στολίσματα. Ένα χαλί με εικόνες παγωνιών βρισκόταν πλάι σε ένα πελώριο κρεβάτι με ουρανό, το οποίο ήταν γεμάτο βρώμικες κουβέρτες και μαξιλάρια, με κολώνες περίτεχνα σκαλισμένες και επιχρυσωμένες.
Μια ντουζίνα άντρες κάθονταν, ή στέκονταν ολόγυρα, όμως όλα τα βλέμματα ήταν στραμμένα σε ένα μεγαλόσωμο ξανθό, που μπορεί και να ήταν όμορφος, αν το πρόσωπό του ήταν πιο καθαρό. Στεκόταν κοιτάζοντας ένα τραπέζι με ραβδωτά πόδια και επίχρυσα σκαλίσματα, με το ένα χέρι στη λαβή του σπαθιού του, ενώ με ένα δάχτυλο έσπρωχνε κυκλικά πάνω στο τραπέζι κάτι που η Εγκουέν δεν μπορούσε να διακρίνει.