Η εξώπορτα άνοιξε, αποκαλύπτοντας τη νύχτα έξω και ένας κοκαλιάρης, που του έλειπε το αριστερό αυτί, μπήκε μέσα. «Ακόμα δεν ήρθε», είπε βραχνά. Του έλειπαν, επίσης, δύο δάχτυλα από το αριστερό του χέρι. «Δεν μου αρέσουν τα πάρε-δώσει με αυτό το σινάφι».
Ο μεγαλόσωμος ξανθός δεν του έδωσε σημασία, μόνο συνέχισε να κουνά το αντικείμενο στο τραπέζι. «Τρεις Άες Σεντάι», μουρμούρισε και μετά γέλασε. «Καλές τιμές για Άες Σεντάι, αν έχεις το στομάχι για να κάνεις δουλειά με τον κατάλληλο αγοραστή. Αν είσαι έτοιμος να το διακινδυνέψεις, επειδή θα σου ξεσκίσει το στομάχι και θα σου το βγάλει από το στόμα, σε περίπτωση που του πουλήσεις γουρούνι στο σακί. Δεν είναι τόσο ασφαλές, όσο να κόβεις λαρύγγια ναυτών από εμπορικά πλοία, έτσι δεν είναι, Κοκ; Δεν είναι τόσο εύκολο, δεν συμφωνείς;»
Οι άλλοι άντρες σάλεψαν νευρικά και εκείνος στον οποίο είχε μιλήσει, ένας γεροδεμένος τύπος με ύπουλο βλέμμα, έγειρε μπροστά με ταραχή. «Είναι Άες Σεντάι». Η Εγκουέν αναγνώρισε τη φωνή· ήταν ο άντρας που είχε κάνει εκείνες τις χοντροκομμένες προτροπές στους άλλους, την πρώτη φορά που ξύπνησε δεμένη. «Σίγουρα είναι, Άντεν. Απόδειξη τα δαχτυλίδια, σου λέω!» Ο Άντεν σήκωσε κάτι από το τραπέζι, ένα μικρό κύκλο, που άστραψε χρυσός στο φως που έριχναν οι λάμπες.
Η Εγκουέν άφησε μια κοφτή κραυγή και ψηλάφισε τα δάχτυλά της. Μου πήραν το δαχτυλίδι!
«Δεν μου αρέσει αυτό», μουρμούρισε ο κοκαλιάρης με το κομμένο αυτί. «Άες Σεντάι. Και μονάχη της, μία απ’ αυτές μπορεί να μας σκοτώσει όλους. Που να με φάει η μοίρα μου! Έτσι μου έρχεται να σου κόψω το λαρύγγι, Κοκ, τέτοιος λιθοσμίλευτος βλάκας που είσαι. Τι θα γίνει αν ξυπνήσουν, πριν έρθει ο άλλος;»
«Θα κάνουν ώρες να ξυπνήσουν». Αυτός που μιλούσε ήταν ένας χοντρός άντρας, με κοροϊδευτικό, ξεδοντιάρικο χαμόγελο. «Εκείνο που τους δώσαμε, μου το έμαθε η γιαγιάκα μου. Θα κοιμούνται ως να χαράξει και ο άλλος θα έρθει πολύ νωρίτερα».
Η Εγκουέν ανοιγόκλεισε το στόμα, γεύτηκε την ξινή κρασίλα και την πικρή γεύση. Ό,τι κι αν μας έδωσες, η γιαγιάκα σου σου είπε ψέματα. Κρίμα που δεν σε έπνιξε στην κούνια! Πριν από την άφιξη του «άλλου», του ανθρώπου που νόμιζε ότι μπορούσε να αγοράσει Άες Σεντάι -σαν τους καταραμένους τους Σωντσάν!― η Εγκουέν θα είχε ξυπνήσει τη Νυνάβε και την Ηλαίην. Σύρθηκε προς τη Νυνάβε.
Απ’ όσο μπορούσε να διακρίνει, η Νυνάβε έμοιαζε να κοιμάται, έτσι το πιο απλό που σκέφτηκε να κάνει, ήταν να την κουνήσει. Προς έκπληξή της, τα μάτια της Νυνάβε άνοιξαν αμέσως.
«Τι —;»
Σκέπασε το στόμα της Νυνάβε με το χέρι της, προλαβαίνοντας να τη σταματήσει. «Μας κρατάνε αιχμάλωτες», ψιθύρισε. «Από την άλλη μεριά του τοίχου υπάρχουν καμιά δωδεκαριά άντρες και πολλοί άλλοι έξω. Πάρα πολλοί. Μας έδωσαν κάτι για να μας κοιμίσουν, αλλά δεν έκανε τίποτα. Θυμήθηκες, ή ακόμα;»
Η Νυνάβε τράβηξε το χέρι της Εγκουέν. «Θυμήθηκα». Ο τόνος της ήταν απαλός και σκοτεινός. Έκανε μια γκριμάτσα, στράβωσε το στόμα και, ξαφνικά, άφησε ένα σχεδόν αθόρυβο γέλιο. «Ρίζα γλυκοϋπνιού. Οι ανόητοι, μας έδωσαν γλυκοΰπνι μέσα σε κρασί. Απ’ ό,τι δοκίμασα, το κρασί σχεδόν έχει γίνει ξίδι. Γρήγορα, θυμάσαι τίποτα απ’ όσα σε έμαθα; Τι κάνει η ρίζα του γλυκοϋπνιού;»
«Διώχνει τον πονοκέφαλο, για να μπορέσεις να κοιμηθείς», είπε η Εγκουέν με εξίσου μαλακή φωνή. Και εξίσου σκοτεινή, ώσπου άκουσε τα λόγια της. «Σου φέρνει λίγη νύστα, αλλά αυτό είναι όλο». Ο χοντρός δεν είχε ακούσει καλά αυτά που του έλεγε η γιαγιά του. «Το μόνο που έκαναν, ήταν να μας καταπραΰνουν τον πόνο από το χτύπημα στο κεφάλι».
«Ακριβώς», είπε η Νυνάβε. «Κι όταν ξυπνήσουμε την Ηλαίην, θα τους ευχαριστήσουμε με τρόπο που δεν θα τον ξεχάσουν». Σηκώθηκε και έσκυψε κοντά στη χρυσομάλλα γυναίκα.
«Μου φαίνεται ότι είδα πάνω από εκατό άτομα έξω, όταν μας έφεραν», ψιθύρισε η Εγκουέν στη ράχη της Νυνάβε. «Είμαι σίγουρη ότι δεν θα σε πειράξει να χρησιμοποιήσω αυτή τη φορά τη Δύναμη σαν όπλο. Και απ’ ό,τι φαίνεται, κάποιος έρχεται να μας αγοράσει. Θέλω να του κάνω κάτι, που θα τον βάλει στο δρόμο του Φωτός μέχρι τη μέρα που θα πεθάνει!» Η Νυνάβε ήταν ακόμα σκυμμένη πάνω από την Ηλαίην, αλλά δεν κουνιόταν ούτε η μια, ούτε η άλλη. «Τι συμβαίνει;»
«Είναι άσχημα χτυπημένη, Εγκουέν. Νομίζω ότι έχει σπάσει το κρανίο της και ίσα που ανασαίνει. Εγκουέν, είναι στα πρόθυρα του θανάτου, ακριβώς όπως η Νταϊλίν».
«Δεν μπορείς να κάνεις κάτι;» Η Εγκουέν προσπάθησε να θυμηθεί όλες τις ροές που είχε υφάνει η Νυνάβε για να Θεραπεύσει την Αελίτισσα, αλλά δεν θυμόταν παρά μόνο μία στις τρεις. «Πρέπει!»