Выбрать главу

«Μου πήραν τα βότανα», μουρμούρισε άγρια η Νυνάβε, με τρεμάμενη φωνή. «Δεν μπορώ! Χωρίς τα βότανα, όχι!» Η Εγκουέν έμεινε εμβρόντητη όταν συνειδητοποίησε ότι η Νυνάβε ήταν έτοιμη να βάλει τα κλάματα. «Που να καούνε όλοι, δεν μπορώ να το κάνω χωρίς —!» Ξαφνικά, άρπαξε την Ηλαίην από τους ώμους, σαν να σκόπευε να σηκώσει την αναίσθητη γυναίκα και να την τραντάξει. «Που να καείς, κορίτσι μου», είπε βραχνά, «δεν σε έφερα τόσο δρόμο για να πεθάνεις! Κακώς δεν σε άφησα να πλένεις κατσαρόλες! Έπρεπε να σε δέσω σε ένα σακί και να σε κουβαλήσει ο Ματ στη μητέρα σου! Δεν σε αφήνω να μου πεθάνεις! Με άκουσες; Δεν σε αφήνω!» Ξαφνικά, έλαμψε γύρω της το σαϊντάρ και τα μάτια και το στόμα της Ηλαίην άνοιξαν ταυτόχρονα.

Η Εγκουέν σκέπασε με το χέρι το στόμα της Ηλαίην, προλαβαίνοντας να κρύψει κάθε ήχο που ίσως άφηνε, αλλά καθώς την άγγιζε, τα ρεύματα της Θεραπείας της Νυνάβε την άρπαξαν, σαν κλαράκι στην άκρη ρουφήχτρας. Η παγωνιά την τρύπησε ως το μεδούλι κι εκεί συνάντησε κάψα που τιναζόταν προς τα έξω, σαν να ήθελε να κάνει τη σάρκα της κάρβουνο· ο κόσμος εξαφανίστηκε, ενώ ένιωθε ότι έτρεχε, έπεφτε, πετούσε, στριφογυρνούσε.

Όταν, τελικά, σταμάτησαν όλα, η Εγκουέν βαριανάσαινε. Κοίταξε την Ηλαίην, που είχε το βλέμμα της στραμμένο στα χέρια της, που της έκλειναν ακόμα το στόμα. Το τελευταίο απομεινάρι του πονοκέφαλου της Εγκουέν είχε χαθεί. Απ’ ό,τι φαινόταν, ακόμα και η δευτερεύουσα επίδραση αυτού που είχε κάνει η Νυνάβε, αρκούσε για να τον διώξει. Τα μουρμουρητά από το άλλο δωμάτιο δεν είχαν δυναμώσει· αν η Ηλαίην —ή η ίδια― είχε βγάλει κάποιον ήχο, ο Άντεν και οι άλλοι δεν το είχαν προσέξει.

Η Νυνάβε ήταν πεσμένη στα χέρια και τα γόνατα, με το κεφάλι σκυμμένο, τρέμοντας. «Φως μου!» μουρμούρισε. «Όπως το έκανα με αυτό τον τρόπο... ήταν σαν να έγδερνα... το ίδιο μου το τομάρι. Ωχ, φως μου!» Κοίταξε την Ηλαίην. «Πώς νιώθεις, κοπέλα μου;» Η Εγκουέν τράβηξε τα χέρια.

«Κουρασμένη», μουρμούρισε η Ηλαίην. «Και πεινασμένη. Πού είμαστε; Ήταν κάτι άντρες με σφεντόνες...»

Η Εγκουέν της είπε βιαστικά τι είχε συμβεί. Η έκφραση της Ηλαίην άρχισε να σκοτεινιάζει, πολύ πριν τελειώσει τη διήγηση η Εγκουέν.

«Και τώρα», πρόσθεσε η Νυνάβε με φωνή σαν σίδερο, «θα δείξουμε σε αυτούς τους ελεεινούς τι παθαίνει όποιος τα βάζει μαζί μας». Το σαϊντάρ έλαμψε άλλη μια φορά ολόγυρά της.

Η Ηλαίην σηκωνόταν όρθια με ασταθείς κινήσεις, αλλά η λάμψη περιέβαλλε κι αυτήν. Η Εγκουέν ανοίχτηκε στην Αληθινή Πηγή σχεδόν με ευφορία.

Όταν ξανακοίταξαν από τις χαραμάδες, για να δουν τι ακριβώς θα είχαν να αντιμετωπίσουν, ήταν τρεις Μυρντράαλ στο δωμάτιο.

Με μαύρα, νεκρικά ρούχα, που κρέμονταν αφύσικα ασάλευτα, στέκονταν δίπλα στο τραπέζι· όλοι οι άνθρωποι εκεί μέσα, εκτός από τον Άντεν, είχαν απομακρυνθεί όσο μπορούσαν περισσότερο από κοντά τους, είχαν κολλήσει τις ράχες στον τοίχο και το βλέμμα τους ήταν χαμηλωμένο στο χωμάτινο πάτωμα. Στην άλλη πλευρά του τραπεζιού, απέναντι από τους Μυρντράαλ, ο Άντεν αντίκριζε εκείνα τα ανόφθαλμα βλέμματα, αλλά ο ιδρώτας σχημάτιζε αυλάκια στο λεκιασμένο πρόσωπό του.

Ο Ξέθωρος πήρε ένα δαχτυλίδι από το τραπέζι. Η Εγκουέν είδε ότι ήταν ένας χρυσός κρίκος, πολύ πιο βαρύς από τα δαχτυλίδια με το Μέγα Ερπετό.

Με το πρόσωπο κολλημένο στη χαραμάδα ανάμεσα σε δύο κορμούς, η Νυνάβε άφησε μια μικρή κραυγή και ψηλάφισε το λαιμό του φορέματός της.

«Τρεις Άες Σεντάι», σφύριξε ο Ημιάνθρωπος και το εύθυμο ύφος του έμοιαζε με νεκρά πράγματα που γίνονταν σκόνη, «και η μια είχε αυτό». Το δαχτυλίδι έκανε ένα βαρύ γδούπο, καθώς ο Μυρντράαλ το ξανάριχνε στο τραπέζι.

«Αυτές αναζητώ», είπε ένας άλλος. «Θα ανταμειφθείς καλά, άνθρωπε».

«Πρέπει να τους αιφνιδιάσουμε», είπε μαλακά η Νυνάβε. «Τι κλειδαριά έχει αυτή η πόρτα;»

Η Εγκουέν μόλις που διέκρινε την κλειδαριά στο εξωτερικό της πόρτας, ένα σιδερένιο πράγμα σε μια αλυσίδα τόσο βαριά, που μπορούσε να κρατήσει και εξαγριωμένο ταύρο. «Ετοιμάσου», είπε.

Λέπτυνε τη ροή της Γης, κάνοντάς την πιο μικρή κι από τρίχα, ελπίζοντας ότι οι Ημιάνθρωποι δεν θα μπορούσαν να αισθανθούν μια τόσο μικρή διαβίβαση και την ύφανε στη σιδερένια αλυσίδα, στα μικρότερα κομματάκια της.

Ένας Μυρντράαλ ύψωσε το κεφάλι. Ένας άλλος έγειρε πάνω από το τραπέζι, προς τον Άντεν. «Κάτι μου προκαλεί φαγούρα, άνθρωπε. Σίγουρα κοιμούνται;» Ο Άντεν ξεροκατάπιε και κατένευσε.

Ο τρίτος Μυρντράαλ γύρισε να κοιτάξει προς την πόρτα του δωματίου, όπου ζάρωναν η Εγκουέν και οι άλλες.

Η αλυσίδα έπεσε στο πάτωμα, ο Μυρντράαλ, που την κοίταζε, γρύλισε και η εξωτερική πόρτα άνοιξε απότομα, φτύνοντας από τη νύχτα θάνατο με μαύρα πέπλα.

Στο δωμάτιο ξέσπασαν κραυγές και φωνές, καθώς οι άνθρωποι έψαχναν τα σπαθιά τους για να πολεμήσουν τα δόρατα των Αελιτών. Κι οι Μυρντράαλ, επίσης, τράβηξαν λεπίδες πιο ζοφερές κι από τα ρούχα τους, για να υπερασπίσουν τη ζωή τους. Η Εγκουέν κάποτε είχε δει έξι γάτες να καυγαδίζουν η μια με την άλλη· αυτό εδώ ήταν το εκατονταπλάσιο. Εντούτοις, σε λίγα δευτερόλεπτα επικράτησε σιωπή. Σχεδόν σιωπή.