Выбрать главу

Όσοι άνθρωποι δεν φορούσαν πέπλο κείτονταν νεκροί, με ένα δόρυ μέσα τους· ένα είχε καρφώσει τον Άντεν στον τοίχο. Δύο Αελίτες, επίσης, ήταν ασάλευτοι ανάμεσα στους σωρούς των αναποδογυρισμένων επίπλων και των νεκρών. Οι τρεις Μυρντράαλ στέκονταν πλάτη με πλάτη στο κέντρο του δωματίου, με μαύρα σπαθιά στα χέρια. Ένας έσφιγγε το πλευρό του, σαν να είχε τραυματιστεί, αν και δεν υπήρχε άλλο σημάδι που να δείχνει κάτι τέτοιο. Ένας άλλος είχε μια μακριά χαρακιά, που κατηφόριζε το πρόσωπό του· δεν έτρεχε αίμα. Γύρω τους γυρνούσαν, μισοσκυμμένοι, οι πέντε Αελίτες με τα μαύρα πέπλα, που ήταν ακόμα ζωντανοί. Απ’ έξω ακούγονταν κραυγές και κλαγγές μετάλλου, που έλεγαν ότι υπήρχαν κι άλλοι Αελίτες που μάχονταν στη νύχτα, αλλά μέσα στο δωμάτιο ακουγόταν ένας πιο απαλός ήχος.

Καθώς γυρνούσαν γύρω από τους Μυρντράαλ, οι Αελίτες χτυπούσαν τα δόρατα πάνω στις μικρές, πέτσινες ασπίδες τους. Ντουκ-ντουκ-ΝΤΟΥΚ-ντουκ... ντουκ-ντουκ-ΝΤΟΥΚ-ντουκ... ντουκ-ντουκ-ΝΤΟΥΚ-ντουκ. Οι Μυρντράαλ γυρνούσαν μαζί τους και τα ανόφθαλμα πρόσωπά τους έμοιαζαν να δείχνουν αβεβαιότητα και ταραχή, επειδή ο φόβος που γεννούσε η ματιά τους σε όλες τις ανθρώπινες καρδιές, δεν φαινόταν να αγγίζει τούτες εδώ.

«Χόρεψε μαζί μου, Σκιάνθρωπε», φώναξε ένας Αελίτης ξαφνικά, με πειραχτικό ύφος. Ήταν μια νεαρή, αντρική φωνή.

«Χόρεψε μαζί μου, Ανόφθαλμε». Αυτή ήταν μια γυναίκα.

«Χόρεψε μαζί μου».

«Χόρεψε μαζί μου».

«Νομίζω», είπε η Νυνάβε καθώς σηκωνόταν, «ότι ήρθε η ώρα». Άνοιξε με δύναμη την πόρτα και εμφανίστηκαν οι τρεις γυναίκες, τυλιγμένες στη λάμψη του σαϊντάρ.

Ήταν λες και για τους Μυρντράαλ οι Αελίτες είχαν πάψει να υπάρχουν, όπως και για τους Αελίτες οι Μυρντράαλ. Οι Αελίτες κάρφωσαν με το βλέμμα την Εγκουέν και τις άλλες, κοιτάζοντας πάνω από τα πέπλα τους, σαν να μην ήταν σίγουροι τι ήταν αυτό που έβλεπαν η Εγκουέν άκουσε μια από τις γυναίκες να αφήνει μια κοφτή κραυγή. Το ανόφθαλμο βλέμμα των Μυρντράαλ ήταν κάτι διαφορετικό. Η Εγκουέν ένιωθε αυτό που ήξεραν οι Ημιάνθρωποι, που ήξεραν τον ίδιο τους το θάνατο· οι Ημιάνθρωποι καταλάβαιναν πότε μια γυναίκα αγκάλιαζε την Αληθινή Πηγή. Ήταν βέβαιη ότι ένιωθε, επίσης, τη λαχτάρα τους για το δικό της θάνατο, αν πεθαίνοντας εξασφάλιζαν ότι θα πέθαινε κι αυτή, καθώς επίσης μια ακόμα πιο δυνατή λαχτάρα, να ξεριζώσουν την ψυχή από τη σάρκα της και να τα κάνουν και τα δύο παιχνιδάκι για τη Σκιά, μια λαχτάρα που...

Μόλις είχε μπει στο δωμάτιο, αλλά της φαινόταν ότι αντίκριζε εκείνο το βλέμμα επί ώρες. «Δεν θα το ανεχτώ άλλο», μούγκρισε και εξαπέλυσε μια ροή Φωτιάς.

Φλόγες τύλιξαν τους τρεις Μυρντράαλ, που τινάζονταν προς όλες τις κατευθύνσεις κι αυτοί τσίριξαν, βγάζοντας έναν ήχο σαν σπασμένα κόκαλα που φρακάρουν στη μηχανή του κιμά. Όμως, η Εγκουέν είχε ξεχάσει ότι δεν ήταν μονάχη, ότι ήταν μαζί της η Ηλαίην και η Νυνάβε. Ενώ οι φλόγες κατέτρωγαν τους Ημιανθρώπους, ο ίδιος ο αέρας φάνηκε ξαφνικά να τους σφίγγει, να τους κάνει μια μπάλα φωτιάς και μαυρίλας, που ολοένα μίκραινε. Τα ουρλιαχτά τους τρύπησαν τη ραχοκοκαλιά της Εγκουέν και κάτι πετάχτηκε από τα χέρια της Νυνάβε ― μια λεπτή βέργα από λευκό φως, που έκανε το μεσημεριάτικο ήλιο να φαντάζει σκοτεινός, μια βέργα φωτιάς που έκανε το λιωμένο μέταλλο να φαντάζει κρύο, η οποία σύνδεε τα χέρια της με τους Μυρντράαλ. Κι αυτοί έπαψαν να υπάρχουν, σαν να μην είχαν υπάρξει ποτέ. Η Νυνάβε τινάχτηκε έκπληκτη και η λάμψη γύρω της εξαφανίστηκε.

«Τι... τι ήταν αυτό;» ρώτησε η Ηλαίην.

Η Νυνάβε κούνησε το κεφάλι· φαινόταν εξίσου αποσβολωμένη με την Ηλαίην. «Δεν ξέρω. Ήμουν... ήμουν τόσο θυμωμένη, τόσο φοβισμένη από αυτό που ήθελαν να... Δεν ξέρω τι ήταν».

Μοιροφωτιά, σκέφτηκε η Εγκουέν. Δεν ήξερε πώς το γνώριζε αυτό, αλλά ήταν σίγουρη. Απρόθυμα, ανάγκασε τον εαυτό της να αφήσει το σαϊντάρ· το ανάγκασε να την αφήσει. Δεν ήξερε τι από τα δύο ήταν δυσκολότερο. Και δεν είδα καθόλου πώς το έκανε!

Οι Αελίτες, τότε, κατέβασαν τα πέπλα. Με αρκετή βιάση, σκέφτηκε η Εγκουέν, σαν να ήθελαν να πουν σε αυτήν και στις άλλες δύο ότι δεν σκόπευαν, πλέον, να δώσουν άλλη μάχη. Τρεις ήταν άντρες, ο ένας τους μεγάλης ηλικίας, με αρκετό γκρίζο στα σκουροκόκκινα μαλλιά του. Ήταν ψηλοί αυτοί οι Αελίτες και όλοι, μικροί και μεγάλοι, είχαν την ίδια γαλήνια σιγουριά στο βλέμμα, την ίδια επικίνδυνη χάρη στις κινήσεις, την οποία η Εγκουέν ανέκαθεν συσχέτιζε με τους Προμάχους· κουβαλούσαν το θάνατο στους ώμους τους, ήξεραν ότι ήταν εκεί και δεν φοβούνταν. Μια από τις γυναίκες ήταν η Αβιέντα. Οι κραυγές και τα ουρλιαχτά απ’ έξω έσβηναν.