Выбрать главу

Η Νυνάβε έκανε να πλησιάσει τους πεσμένους Αελίτες.

«Δεν χρειάζεται, Άες Σεντάι», είπε ο μεγαλύτερος άντρας. «Δέχτηκαν το ατσάλι των Σκιανθρώπων».

Η Νυνάβε, πάντως, έσκυψε για να τους κοιτάξει, τράβηξε τα πέπλα για να ανεβάσει τα βλέφαρα και να ψηλαφίσει τους λαιμούς τους, μήπως έβρισκε σφυγμό. Όταν σηκώθηκε από το δεύτερο Αελίτη, το πρόσωπό της ήταν κάτασπρο. Ήταν η Νταϊλίν. «Που να καείς! Να καείς!» Δεν ήταν φανερό αν εννοούσε την Νταϊλίν, τον γκριζομάλλη, την Αβιέντα, ή όλους τους Αελίτες. «Δεν τη Θεράπευσα για να πεθάνει έτσι!»

«Ο θάνατος έρχεται σε όλους μας», άρχισε να λέει η Αβιέντα, αλλά όταν η Νυνάβε γύρισε προς το μέρος της, έκλεισε το στόμα. Οι Αελίτες κοιτάχτηκαν, σαν να αναρωτιόνταν μήπως η Νυνάβε τους έκανε αυτό που είχε κάνει στους Μυρντράαλ. Στο βλέμμα τους δεν υπήρχε φόβος, μόνο επίγνωση.

«Το σπαθί των Σκιανθρώπων σκοτώνει», είπε η Αβιέντα, «δεν πληγώνει». Ο μεγάλος την κοίταξε, με κάποια έκπληξη στο βλέμμα —η Εγκουέν σκέφτηκε ότι γι’ αυτό τον άντρα, όπως και για τον Λαν, το πετάρισμα των βλεφάρων σήμαινε ό,τι και για κάποιον άλλο το να γουρλώσει έκπληκτος τα μάτια― και η Αβιέντα είπε: «Σε κάποια πράγματα, οι γνώσεις τους είναι λίγες, Ρούαρκ».

«Συγγνώμη», είπε η Ηλαίην με καθαρή φωνή, «που διακόψαμε το... χορό σας. Ίσως να μην έπρεπε να αναμιχθούμε».

Η Εγκουέν την κοίταξε έκπληκτη και μετά κατάλαβε τι πήγαινε να κάνει. Βοήθησέ τους να νιώσουν πιο άνετα και δώσε στη Νυνάβε χρόνο να καταλαγιάσει. «Μια χαρά τα πηγαίνατε», είπε. «Ίσως σας προσβάλλαμε, έτσι που χώσαμε τη μύτη μας».

Ο γκριζομάλλης —ο Ρούαρκ― άφησε ένα βαθύ, πνιχτό γελάκι. «Άες Σεντάι, εγώ, προσωπικά, χαίρομαι για... για αυτό που κάνατε». Για μια στιγμή, φάνηκε να μην είναι πολύ βέβαιος για τα λόγια του, αλλά αμέσως μετά ξαναβρήκε την καλή του διάθεση. Είχε ωραίο χαμόγελο, καθώς και ένα δυνατό, τετράγωνο πρόσωπο· ήταν εμφανίσιμος, αν και λιγάκι περασμένης ηλικίας. «Μπορεί να τους σκοτώναμε, αλλά τρεις Σκιάνθρωποι... Θα σκότωναν δύο-τρεις από εμάς στα σίγουρα, ίσως όλους, και δεν ξέρω αν θα τους αποτελειώναμε και τους τρεις. Για τους νεαρούς, ο θάνατος είναι ένας εχθρός στον οποίο θέλουν να δοκιμάσουν τη δύναμη τους. Για εμάς, τους λίγο μεγαλύτερους, είναι ένας παλιός φίλος, μια παλιά ερωμένη, που όμως δεν θέλουμε να την ανταμώσουμε ξανά σύντομα».

Η Νυνάβε φάνηκε να χαλαρώνει με αυτό το λογύδριο, σαν να της είχε απαλύνει την ένταση το γεγονός ότι έβρισκε έναν Αελίτη που δεν βιαζόταν να πεθάνει. «Εγώ πρέπει να σας ευχαριστήσω», του είπε. «Πρέπει να ομολογήσω, όμως, ότι ξαφνιάζομαι βλέποντάς σας. Αβιέντα, περίμενες να μας βρεις εδώ; Πώς;»

«Σας ακολούθησα». Η Αελίτισσα δεν έδειχνε αμηχανία. «Για να δω τι θα κάνετε. Είδα τους άντρες να σας παίρνουν, αλλά ήμουν πολύ μακριά και δεν μπορούσα να βοηθήσω. Ήμουν σίγουρη ότι θα με βλέπατε, αν ερχόμουν κοντά, έτσι έμενα εκατό βήματα πίσω σας. Όταν είδα ότι δεν τα βγάζατε πέρα, ήταν πολύ αργά για να βοηθήσω μόνη μου».

«Είμαι βέβαιη ότι έκανες ό,τι μπορούσες», είπε αχνά η Εγκουέν. Ήταν μόνο εκατό βήματα πίσω μας; Φως μου, οι ληστές δεν είδαν τίποτα.

Η Αβιέντα θεώρησε τα λόγια της προτροπή για να συνεχίσει. «Ήξερα πού πρέπει να ήταν ο Κόραμ και αυτός ήξερε πού ήταν ο Ντάελ και η Λουαίν και αυτοί ήξεραν...» Κοντοστάθηκε και κοίταξε τον γκριζομάλλη άντρα, σμίγοντας τα φρύδια. «Δεν περίμενα να βρω αρχηγό φατρίας, πόσο μάλλον της δικής μου, μεταξύ αυτών που ήρθαν. Ποιος οδηγεί το Τάαρνταντ Άελ τώρα που είσαι εδώ, Ρούαρκ;»

Ο Ρούαρκ σήκωσε τους ώμους, σαν να ήταν κάτι ασήμαντο. «Οι αρχηγοί των φυλών θα ηγηθούν με τη σειρά τους και θα αποφασίσουν αν στ’ αλήθεια θέλουν να πάνε στο Ρουίντιαν όταν πεθάνω. Εγώ δεν θα ερχόμουν, αλλά η Άμυς, η Μπάιρ, η Μελαίν και η Σεάνα όλο με παραμόνευαν, σαν γάτες του βουνού που κυνηγούν αγριοκάτσικο. Τα όνειρα έλεγαν ότι έπρεπε να πάω. Ρωτούσαν αν στ’ αλήθεια θέλω να πεθάνω γέρος και χοντρός στο κρεβάτι».

Η Αβιέντα γέλασε, σαν να άκουγε ένα ξεκαρδιστικό αστείο. «Άκουσα να λένε ότι ο άντρας που μπλέκεται ανάμεσα στη σύζυγό του και μια Σοφή, θα προτιμούσε να τα βάλει με δέκα παλιούς εχθρούς του. Ο άντρας που μπλέκεται ανάμεσα στη σύζυγό του και σε τρεις Σοφές, τη στιγμή που και η σύζυγος είναι Σοφή, θα προτιμούσε να κυνηγήσει τον Τυφλωτή».

«Μου πέρασε η σκέψη από το νου». Κοίταξε, σμίγοντας τα φρύδια, κάτι στο πάτωμα· η Εγκουέν είδε ότι ήταν τρία δαχτυλίδια με το Μέγα Ερπετό, καθώς κι ένα πολύ βαρύτερο χρυσό δαχτυλίδι, φτιαγμένο για μεγάλο, αντρικό δάχτυλο. «Ακόμα το σκέφτομαι. Όλα πρέπει να αλλάξουν, αλλά δεν θα ήθελα να είμαι μέρος αυτής της αλλαγής, αν μπορούσα να το αποφύγω. Τρεις Άες Σεντάι, που ταξιδεύουν για το Δάκρυ». Οι άλλοι Αελίτες κοιτάχτηκαν με έναν τρόπο που έδειχνε ότι δεν ήθελαν να το προσέξουν η Εγκουέν και οι συντρόφισσες της.