Выбрать главу

«Μίλησες για όνειρα», είπε η Εγκουέν. «Ξέρουν οι Σοφές σας τι νόημα έχουν τα όνειρά τους;»

«Μερικές ναι. Αν θέλεις να μάθεις κάτι παραπάνω, πρέπει να ρωτήσεις αυτές. Ίσως να το πουν σε μια Άες Σεντάι. Δεν φανερώνουν το νόημα στους άντρες, μόνο λένε τι μας προστάζουν τα όνειρα να κάνουμε». Στη φωνή του ήρθε μια ξαφνική κούραση. «Κι είναι, συνήθως, αυτό που θα αποφεύγαμε, αν μπορούσαμε».

Κοντοστάθηκε και πήρε το αντρικό δαχτυλίδι. Σ’ αυτό απεικονιζόταν ένας γερανός, που πετούσε πάνω από μια λόγχη και ένα στέμμα. Η Εγκουέν, τώρα, το αναγνώρισε. Το είχε δει αρκετές φορές ― κρεμόταν στο λαιμό της Νυνάβε, από ένα πέτσινο κορδόνι. Η Νυνάβε όρμησε πάνω από τα άλλα δαχτυλίδια για να το αρπάξει από το χέρι του, με πρόσωπο κατακόκκινο, όλο θυμό και πολλά άλλα συναισθήματα, που η Εγκουέν δεν μπορούσε να διαβάσει. Ο Ρούαρκ δεν προσπάθησε να το ξαναπάρει, αλλά συνέχισε να μιλά με τον ίδιο κουρασμένο τόνο.

«Και η μια βαστά ένα δαχτυλίδι που το είχα ακούσει από μικρός. Το δαχτυλίδι των Μαλκιρινών βασιλιάδων. Στον καιρό του πατέρα μου, είχαν συμμαχήσει με τους Σιναρανούς ενάντια στο Άελ. Ήταν καλοί στο χορό των δοράτων. Αλλά η Μαλκίρ ηττήθηκε από τη Μάστιγα. Λένε πως μονάχα ένα μικρό βασιλόπουλο επέζησε και φλερτάρει με το θάνατο που πήρε τη γη του, όπως άλλοι άντρες φλερτάρουν με όμορφες γυναίκες. Είναι στ’ αλήθεια θαυμαστό πράγμα, Άες Σεντάι. Απ’ όλα τα παράξενα που έλεγα ότι θα δω όταν η Μελαίν με έδιωξε από το άντρο μου και με έστειλε πέρα από το Δρακότειχος, τίποτα δεν είναι πιο παράξενο. Ο δρόμος που μου όρισες είναι τέτοιος, που ποτέ δεν πίστευα ότι θα ακολουθήσουν τα πόδια μου».

«Δεν σου όρισα κανένα δρόμο», είπε κοφτά η Νυνάβε. «Το μόνο που θέλω είναι να συνεχίσω το ταξίδι μου. Αυτοί οι άνθρωποι είχαν άλογα. Θα πάρουμε τρία και θα πάμε στο καλό».

«Μέσα στη νύχτα, Άες Σεντάι;» είπε ο Ρούαρκ. «Το ταξίδι σου είναι τόσο βιαστικό, που θες να ταξιδέψεις νυχτιάτικα σε αυτά τα επικίνδυνα μέρη;»

Η Νυνάβε φάνηκε να παλεύει με τον εαυτό της και μετά είπε: «Όχι». Με πιο σίγουρο τόνο, πρόσθεσε: «Αλλά σκοπεύω να φύγω με την αυγή».

Οι Αελίτες έβγαλαν τους νεκρούς στον περίβολο, όμως ούτε η Εγκουέν, ούτε οι συντρόφισσες της ήθελαν να ξαπλώσουν στο βρωμερό κρεβάτι που κοιμόταν ο Άντεν. Μάζεψαν τα δαχτυλίδια τους και κοιμήθηκαν κάτω από τα άστρα, με του μανδύες και τις κουβέρτες που τους πρόσφεραν οι Αελίτες.

Όταν έφεξε και ο ουρανός φωτίστηκε στα ανατολικά, οι Αελίτες έβγαλαν για πρωινό σκληρό, ξεραμένο κρέας —η Εγκουέν δίστασε, αλλά η Αβιέντα της είπε ότι ήταν κατσίκι― και άζυμο ψωμί, δύσκολο στο μάσημα σχεδόν όσο το κρέας, καθώς και ένα άσπρο τυρί με γαλάζιες φλέβες, που είχε μια ξινή γεύση και ήταν τόσο σκληρό, που η Ηλαίην μουρμούρισε ότι οι Αελίτες σίγουρα εξασκούνταν μασώντας βράχια. Αλλά η Κόρη-Διάδοχος έφαγε όσο η Εγκουέν και η Νυνάβε μαζί. Οι Αελίτες απελευθέρωσαν τα άλογα ― δεν ίππευαν παρά μόνο όταν ήταν αναγκασμένοι, εξήγησε η Αβιέντα· το ύφος της έλεγε ότι θα προτιμούσε να τρέξει με φουσκάλες στα πόδια, παρά να καβαλήσει άλογα. Ήταν ψηλά και μεγαλόσωμα, σχεδόν σαν πολεμικά άλογα, με περήφανους λαιμούς και μάτια που πετούσαν φλόγες. Ένα μαύρο αρσενικό για τη Νυνάβε, μια σκουρόχρωμη φοράδα με σταχτιές βούλες για την Ηλαίην και μια γκρίζα φοράδα για την Εγκουέν.

Αποφάσισε να ονομάσει την γκρίζα φοράδα Ομίχλη, ελπίζοντας ότι ένα γλυκό όνομα ίσως την ηρεμούσε. Πράγματι, η Ομίχλη έμοιαζε να πατά ανάλαφρα καθώς προχωρούσαν προς το νότο, ενώ ο ήλιος σήκωνε τον κόκκινο δίσκο του πάνω από τον ορίζοντα.

Οι Αελίτες τις συνόδευσαν πεζοί, όσοι είχαν επιζήσει από τη μάχη. Τρεις ακόμα είχαν πεθάνει, εκτός από τους δύο που είχαν σκοτώσει οι Μυρντράαλ. Τώρα, συνολικά, ήταν δεκαεννιά. Έτρεχαν με άνετες δρασκελιές πλάι στα άλογα. Στην αρχή, η Εγκουέν προσπάθησε να συγκρατήσει το βήμα της Ομίχλης, αλλά οι Αελίτες το βρήκαν πολύ αστείο.

«Έλα να παραβγούμε στα δέκα μίλια», είπε η Αβιέντα, «και θα δούμε ποιος θα κερδίσει, το άλογό σου ή εγώ».

«Εγώ θα σε παραβγώ στα είκοσι!» φώναξε ο Ρούαρκ γελώντας.

Η Εγκουέν σκέφτηκε ότι μπορεί να το έλεγαν στα σοβαρά κι όταν οι τρεις τους άφησαν τα άλογα να ταχύνουν το βήμα, οι Αελίτες συνέχισαν, χωρίς το παραμικρό σημάδι ότι θα έμεναν πίσω.

Όταν φάνηκαν μπροστά τους οι καλαμοσκεπές του Τζουρένε, ο Ρούαρκ είπε: «Καλό κατευόδιο, Άες Σεντάι. Είθε να βρίσκετε πάντα νερό και σκιά. Ίσως να ανταμώσουμε ξανά, πριν έρθει η αλλαγή». Είχε σκοτεινό ύφος. Καθώς οι Αελίτες έστριβαν προς το νότο, η Αβιέντα, η Τσιάντ και η Μπάιν σήκωσαν το χέρι σε αποχαιρετισμό. Δεν φάνηκαν να πηγαίνουν πιο αργά τώρα που δεν έτρεχαν πια μαζί με τα άλογα· αντιθέτως, τάχυναν λίγο το βήμα. Η Εγκουέν υποψιαζόταν ότι σκόπευαν να διατηρήσουν αυτό το ρυθμό, μέχρι να φτάσουν στον όποιο προορισμό τους.