Выбрать главу

«Τι εννοούσε με αυτό;» ρώτησε. «“Ίσως να ανταμώσουμε ξανά, πριν έρθει η αλλαγή”;» Η Ηλαίην κούνησε το κεφάλι.

«Δεν έχει σημασία τι εννοούσε», είπε η Νυνάβε. «Χαίρομαι που ήρθαν χθες το βράδυ και, επίσης, χαίρομαι που φεύγουν. Ελπίζω να βρούμε πλοίο εδώ».

Το Τζουρένε ήταν ένα μικρό χωριό, όλο ξύλινα, ισόγεια σπιτάκια, αλλά το λάβαρο του Άσπρου Λιονταριού του Άντορ κυμάτιζε πάνω σε έναν ψηλό ιστό και το φύλαγαν πενήντα Φρουροί της Βασίλισσας, που φορούσαν κόκκινα σακάκια, με μακριούς, λευκούς γιακάδες κάτω από αστραφτερούς θώρακες. Είχαν τοποθετηθεί εκεί, όπως είπε ο λοχαγός τους, για να προσφέρουν ένα ασφαλές καταφύγιο στους πρόσφυγες που ήθελαν να έρθουν στο Άντορ, αλλά καθημερινά έρχονταν όλο και λιγότεροι. Οι πιο πολλοί πήγαιναν σε χωριά πιο κάτω στο ποτάμι, τώρα, κοντύτερα στο Αρινγκίλ. Καλά που είχαν έρθει τώρα οι τρεις γυναίκες, επειδή περίμενε ότι από μέρα σε μέρα θα λάβαινε διαταγή να επιστρέψει ο λόχος του στο Άντορ. Οι λιγοστοί κάτοικοι του Τζουρένε μάλλον θα πήγαιναν μαζί τους, αφήνοντας τα υπάρχοντά τους στους ληστές και τους Καιρχινούς στρατιώτες των αντιμαχόμενων Οίκων.

Η Ηλαίην έκρυβε το πρόσωπο με την κουκούλα του γερού, μάλλινου μανδύα της, αλλά κανένας στρατιώτης δεν συνέδεσε την ξανθομαλλούσα νεαρή με την Κόρη-Διάδοχο της χώρας του. Κάποιοι της ζήτησαν να μείνει· η Εγκουέν δεν ήξερε να πει αν αυτό ευχαρίστησε την Ηλαίην ή την κατέπληξε. Η ίδια, πάντως, είπε σ’ αυτούς που της είχαν ζητήσει το ίδιο πράγμα ότι δεν προλάβαινε. Κατά έναν παράξενο τρόπο, ήταν ωραίο να σου το ζητούν δεν είχε καμία διάθεση να φιλήσει κάποιο απ’ αυτά τα παλικάρια, αλλά ήταν ευχάριστο να της θυμίζουν ότι μερικοί άντρες τη θεωρούσαν εξίσου όμορφη με την Ηλαίην. Η Νυνάβε χαστούκισε κάποιον. Η Εγκουέν παραλίγο να βάλει τα γέλια και η Ηλαίην δεν έκρυψε το χαμόγελό της· της Εγκουέν της φάνηκε ότι κάποιος είχε τσιμπήσει τη Νυνάβε κι ότι, παρά το άγριο βλέμμα της, δεν ήταν τελείως δυσαρεστημένη.

Δεν φορούσαν τα δαχτυλίδια τους. Η Νυνάβε δεν είχε κουραστεί καθόλου για να τις πείσει ότι το μόνο μέρος που δεν ήθελαν να τις περάσουν για Άες Σεντάι ήταν το Δάκρυ, ειδικά αν ήταν εκεί το Μαύρο Άτζα. Η Εγκουέν φυλούσε το δικό της μέσα στο θύλακό της, μαζί με το πέτρινο τερ’ανγκριάλ· το άγγιζε συχνά, για να θυμάται ότι τα είχε ακόμα εκεί. Η Νυνάβε είχε το δικό της στο ίδιο κορδόνι που είχε περάσει και το βαρύ δαχτυλίδι του Λαν, ανάμεσα στα στήθη της.

Στο Τζουρένε υπήρχε ένα πλοίο, που είχε δέσει στη μία και μοναδική πέτρινη αποβάθρα που υπήρχε στον Ερινίν. Μάλλον δεν ήταν το πλοίο που είχε δει η Αβιέντα, αλλά πάντως ήταν πλοίο. Την Εγκουέν την είχε πιάσει απελπισία βλέποντάς το. Ο Σβέλτος ήταν διπλάσιος στο πλάτος από το Γαλάζιο Γερανό και διέψευδε το όνομά του με μια πλατιά πλώρη, στρογγυλή σαν τον καπετάνιο του.

Ο αξιότιμος εκείνος κύριος κοίταξε τη Νυνάβε ανοιγοκλείνοντας τα μάτια και έξυσε το αυτί του, όταν τον ρώτησε αν το πλοίο του ήταν γρήγορο. «Γρήγορο; Έχω πολυτελή ξυλεία από το Σίναρ και χαλιά από το Κάντορ. Τι τη θες την ταχύτητα, όταν έχεις τέτοιο φορτίο; Οι τιμές ανεβαίνουν, δεν κατεβαίνουν. Φαντάζομαι ότι θα έχει και πιο γρήγορα πλοία πίσω μου, αλλά δεν θα δέσουν εδώ. Ούτε κι εγώ θα σταματούσα, αν δεν είχα βρει σκουλήκια στο κρέας. Μόνο ένας βλάκας θα περίμενε να βρει κρέας για πούλημα στην Καιρχίν. Ο Γαλάζιος Γερανός; Πώς, είδα τον Έλισορ σήμερα το πρωί, να έχει κολλήσει σε κάτι μέσα στο ποτάμι. Νομίζω ότι θα αργήσει να ξεκολλήσει. Να τι παθαίνεις με τα γρήγορα πλοία».

Η Νυνάβε πλήρωσε τα ναύλα τους —και το διπλό ποσό για τα άλογα― με τέτοιο ύφος, που ούτε η Εγκουέν, ούτε η Ηλαίην της μίλησαν, παρά μόνο όταν ο Σβέλτος είχε απομακρυνθεί πολύ από το Τζουρένε.

40

Ένας Ήρωας μέσα στη Νύχτα

Γέρνοντας στην κουπαστή, ο Ματ παρακολουθούσε την περιτειχισμένη πόλη του Αρινγκίλ να ζυγώνει, καθώς τα κουπιά έσπρωχναν τον Γκρίζο Γλάρο προς τις μακριές αποβάθρες από πισσωμένους κορμούς. Προφυλαγμένες από τον άνεμο με ψηλά, πέτρινα τείχη που χώνονταν στο ποτάμι, οι αποβάθρες αυτές ξεχείλιζαν από κόσμο, ενώ ακόμα περισσότεροι άνθρωποι αποβιβάζονταν από μικρά και μεγάλα πλοία που ήταν δεμένα ολόγυρα. Κάποιοι έσπρωχναν καροτσάκια, κάποιοι έσερναν έλκηθρα ή αμαξάκια με μεγάλους τροχούς, αλλά ο περισσότεροι είχαν τα μπαγκάζια τους στην πλάτη. Δεν ήταν, όμως, όλοι βιαστικοί. Πολλοί άντρες και γυναίκες ζάρωναν ο ένας δίπλα στον άλλο γεμάτοι αβεβαιότητα και τα παιδιά κολλούσαν στα πόδια τους κλαίγοντας. Υπήρχαν στρατιώτες με κόκκινα σακάκια και αστραφτερούς θώρακες, που προσπαθούσαν να τους μετακινήσουν από τις αποβάθρες στην πόλη, αλλά οι περισσότεροι ήταν τόσο φοβισμένοι που δεν το κουνούσαν ρούπι.