Ο Ματ γύρισε και σκίασε τα μάτια του για να κοιτάξει το ποτάμι που άφηναν. Ο Ερινίν εδώ ήταν γεμάτος κίνηση, πιο πολύ από κάθε άλλο μέρος νότια της Ταρ Βάλον· φαίνονταν εκεί καμιά δωδεκαριά σκάφη, από ένα μακρύ πλοίο, σαν σφήνα, με μυτερή πλώρη, που ανέβαινε το ποτάμι κόντρα στο ρεύμα με την ώθηση που του εξασφάλιζαν δύο τριγωνικά πανιά, μέχρι ένα φαρδύ πλοίο με ίσια πλώρη και τετράγωνα πανιά, που ερχόταν ταλαντευόμενο από τα βόρεια.
Εντούτοις, σχεδόν τα μισά πλοία που διέκρινε ο Ματ δεν είχαν καμία σχέση με το εμπόριο του ποταμού. Δύο πλατιά σκάφη με άδεια καταστρώματα διέσχιζαν κάθετα το ποτάμι, με κατεύθυνση μια μικρότερη πόλη στην απέναντι όχθη, ενώ τρία άλλα πλησίαζαν αγκομαχώντας το Αρινγκίλ, με τις κουβέρτες πήχτρα ανθρώπους, σαν βαρέλια με ψάρια. Ο ήλιος που έδυε, απέχοντας ένα δάχτυλο από τον ορίζοντα, έριχνε μια σκιά σε ένα λάβαρο που ανέμιζε πάνω από την αντικρινή πόλη. Εκείνη η όχθη ήταν της Καιρχίν, αλλά ο Ματ δεν είχε ανάγκη να δει το λάβαρο για να καταλάβει ότι ήταν το Άσπρο Λιοντάρι του Άντορ. Είχε ακούσει αρκετές συζητήσεις στα λίγα Αντορανά χωριά όπου είχε σταματήσει βιαστικά ο Γκρίζος Γλάρος.
Κούνησε το κεφάλι. Τα πολιτικά δεν τον ενδιέφεραν. Αρκεί να μη μου ξαναπούν ότι είμαι Αντορανός, εξαιτίας ενός χάρτη. Που να καώ, μπορεί να θελήσουν να με βάλουν στον παλιοστρατό τους να πολεμήσω, αν χειροτερέψουν τα πράγματα με την Καιρχίν. Να ακολουθώ διαταγές. Φως μου! Ανατρίχιασε και στράφηκε πάλι προς το Αρινγκίλ. Οι ξυπόλητοι ναύτες του Γκρίζου Γλάρου ετοίμαζαν σκοινιά, για να τα πετάξουν στους εργάτες στις αποβάθρες.
Ο καπετάνιος Μάλια τον κάρφωνε με το βλέμμα, από κει πίσω, κοντά στο τιμόνι. Ο άνθρωπος αυτός δεν είχε πάψει στιγμή να προσπαθεί να κερδίσει την εμπιστοσύνη τους, να μάθει ποια ήταν η σημαντική αποστολή τους. Στο τέλος, ο Ματ του είχε δείξει τη σφραγισμένη επιστολή και του είχε πει ότι την πήγαινε στη Βασίλισσα, από την Κόρη-Διάδοχο. Ένα προσωπικό μήνυμα από μια κόρη στη μητέρα της· τίποτα παραπάνω. Ο Μάλια φάνηκε να είχε ακούσει μονάχα τις λέξεις «Βασίλισσα Μοργκέις».
Ο Ματ χαμογέλασε μόνος του. Σε μια βαθιά τσέπη του σακακιού του είχε δυο πουγκιά, πολύ πιο χοντρά τώρα απ’ ό,τι πριν, όταν επιβιβαζόταν στο πλοίο· και είχε αρκετά χύμα ψιλά για να γεμίσει άλλα δύο. Η τύχη του δεν ήταν τόσο καλή όσο εκείνη την πρώτη, παράξενη νυχτιά, που τα ζάρια και όλα τα άλλα είχαν τρελαθεί, αλλά ήταν καλούτσικη. Μετά την τρίτη νύχτα, ο Μάλια δεν προσπαθούσε πια να δείξει τη φιλικότητά του στοιχηματίζοντας, αλλά το σεντούκι με τα χρήματά του είχε ήδη ελαφρύνει. Στο Αρινγκίλ θα ελάφραινε κι άλλο. Ο Μάλια έπρεπε να ανανεώσει τις προμήθειές του —ο Ματ έριξε μια ματιά στον κόσμο που συνωστιζόταν στις αποβάθρες― αν μπορούσε, εδώ, με κάθε κόστος.
Το χαμόγελο έσβησε, καθώς ο νους του γύριζε πάλι στο γράμμα. Λίγος κόπος με μια καυτή λεπίδα μαχαιριού και η σφραγίδα με το χρυσό κρίνο είχε ξεκολλήσει. Δεν είχε βρει τίποτα· η Ηλαίην ήταν αφοσιωμένη στη μελέτη, προόδευε και ήταν ενθουσιασμένη που μάθαινε. Ήταν μια υπάκουη θυγατέρα και η Έδρα της Άμερλιν την είχε τιμωρήσει επειδή το είχε σκάσει και της είχε πει να μην ξαναμιλήσει ποτέ γι’ αυτό, έτσι η μητέρα της θα καταλάβαινε γιατί δεν μπορούσε να πει περισσότερα. Έλεγε ότι είχε προβιβαστεί σε Αποδεχθείσα κι αυτό ήταν υπέροχο, έτσι γρήγορα που είχε γίνει, της εμπιστεύονταν σημαντικότερα καθήκοντα και θα έπρεπε για λίγο να φύγει από την Ταρ Βάλον, στην υπηρεσία της ίδιας της Άμερλιν. Η μητέρα της δεν έπρεπε να ανησυχήσει.
Κι αυτή ωραία και καλά τα έλεγε στη Μοργκέις να μην ανησυχεί. Τα δύσκολα, όμως, τα είχε φορτώσει σε αυτόν. Αυτό το χαζό γράμμα πρέπει να ήταν η αιτία που τον κυνηγούσαν, αλλά ακόμα και ο Θομ δεν είχε κατορθώσει να βγάλει άκρη, αν και μουρμούριζε κάτι για «κρυπτογραφήματα» και «κώδικες» και «το Παιχνίδι των Οίκων».
Τώρα, ο Ματ είχε το γράμμα ασφαλές στη φόδρα του σακακιού του, είχε ξαναβάλει τη σφραγίδα και πρόθυμα θα στοιχημάτιζε ότι δεν θα το καταλάβαινε κανένας. Αφού κάποιος το ήθελε τόσο πολύ, που την πρώτη φορά δεν είχε διστάσει να καταφύγει σε απόπειρα δολοφονίας, δεν ήταν απίθανο να ξαναδοκιμάσει. Σον είπα ότι θα το παραδώσω, Νυνάβε, και θα το κάνω, όποιος κι αν πάει να με εμποδίσει. Έστω κι έτσι, είχε να πει δυο λογάκια σ’ αυτές τις τρεις ενοχλητικές γυναίκες, την επόμενη φορά που θα τις έβλεπε -αν τις ξαναδώ ποτέ. Φως μου, αυτό δεν το σκέφτηκα― και δεν θα χαίρονταν με αυτά που θα άκουγαν.