Καθώς οι ναύτες έριχναν τα σκοινιά στην αποβάθρα, ο Θομ ανέβηκε στο κατάστρωμα, με τις θήκες των οργάνων του στην πλάτη και τον μπόγο του στο χέρι. Παρ’ όλο που χώλαινε, ήρθε με αγέρωχο βήμα στην κουπαστή, τινάζοντας με μικρές, επιδεικτικές κινήσεις την άκρη του μανδύα του για να κάνει τα πολύχρωμα μπαλώματα να πεταρίσουν και φυσώντας με περισπούδαστο ύφος το μακρύ, λευκό μουστάκι του.
«Κανένας δεν μας βλέπει, Θομ», είπε ο Ματ. «Νομίζω ότι δεν θα πρόσεχαν καν ένα βάρδο, εκτός αν είχε φαΐ στα χέρια».
Ο Θομ κοίταξε τις αποβάθρες. «Φως μου! Είχα ακούσει ότι ήταν άσχημη η κατάσταση, αλλά δεν περίμενα κάτι τέτοιο! Οι φουκαράδες. Οι μισοί μοιάζουν να λιμοκτονούν. Μπορεί απόψε να μας κοστίσει το ένα πουγκί σου για να βρούμε δωμάτιο. Και το άλλο θα πάει για φαγητό, αν συνεχίσεις να τρως με τον ίδιο τρόπο. Σχεδόν μου ερχόταν αναγούλα που σε έβλεπα. Κάνε ότι τρως έτσι εδώ πέρα, μπροστά σε κόσμο και μπορεί να σου σερβίρουν τα μυαλά σου βουτυρωμένα».
Ο Ματ απλώς του χαμογέλασε.
Ο Μάλια κατέβηκε βαριά στο κατάστρωμα, τραβώντας την άκρη του γενιού του, ενώ ο Γκρίζος Γλάρος αγκυροβολούσε. Οι ναύτες έτρεξαν να στήσουν μια σανιδόσκαλα κι ο Σάνορ κάθισε φρουρός, με τα βαριά μπράτσα σταυρωμένα στο στήθος, σε περίπτωση που το μελίσσι στις αποβάθρες προσπαθούσε να ανέβει στο πλοίο. Κανένας δεν το δοκίμασε.
«Θα με αφήσεις εδώ, λοιπόν», είπε ο Μάλια στον Ματ. Το χαμόγελο του καπετάνιου δεν ήταν αυθόρμητο, όπως άλλες φορές. «Είσαι βέβαιος ότι δεν μπορώ να κάνω τίποτα για να σε βοηθήσω; Που να καεί η ψυχή μου, πρώτη φορά βλέπω τέτοιον όχλο! Αυτοί οι στρατιώτες θα έπρεπε να αδειάσουν τις αποβάθρες —με το σπαθί, εν ανάγκη!― για να μπορέσει ο τίμιος έμπορος να κάνει τη δουλειά του. Ίσως ο Σάνορ μπορέσει να ανοίξει δρόμο ανάμεσα σ’ αυτούς τους άθλιους, μέχρι το πανδοχείο σας».
Για να ξέρεις πού θα μείνουμε; Δεν νομίζω. «Σκεφτόμουν να φάω πριν βγω στη στεριά και ίσως να έπαιζα καμιά παρτίδα ζάρια, για να περάσει η ώρα». Ο Μάλια άσπρισε. «Αλλά νομίζω ότι θα ήθελα να έχω σταθερό έδαφος κάτω από την πόδια μου την επόμενη φορά που θα φάω. Θα σε αφήσουμε τώρα, λοιπόν, καπετάνιε. Το ταξίδι ήταν ευχάριστο».
Ενώ στο πρόσωπο του καπετάνιου η ανακούφιση πάλευε με την ανησυχία, ο Ματ μάζεψε τα πράγματά του από το κατάστρωμα και, χρησιμοποιώντας την πολεμική του ράβδο για ραβδί πεζοπορίας, πλησίασε τη σανιδόσκαλα μαζί με τον Θομ. Ο Μάλια τους ακολούθησε ως την αρχή της σανιδόσκαλας, μουρμουρίζοντας πόσο λυπόταν για την αναχώρησή τους με τόνο που από ειλικρινής γινόταν ψεύτικος και ύστερα πάλι ειλικρινής. Ο Ματ ήταν βέβαιος ότι ο άλλος δεν ήθελε να χάσει την ευκαιρία να ανέβει στην υπόληψη του Υψηλού Άρχοντα Σάμον, μαθαίνοντας λεπτομέρειες για ένα σύμφωνο μεταξύ Άντορ και Ταρ Βάλον.
Καθώς ο Ματ και ο βάρδος άνοιγαν δρόμο ανάμεσα από το πλήθος, ο Θομ μουρμούρισε: «Ξέρω ότι ο άνθρωπος είναι κάθε άλλο παρά συμπαθητικός, αλλά εσύ γιατί έπρεπε να τον τσιγκλάς; Δεν σου έφτασε που έφαγες όλα του τα τρόφιμα, που υπολόγιζε να του φτάσουν ως το Δάκρυ;»
«Τις δύο τελευταίες μέρες δεν τα έτρωγα όλα». Η πείνα είχε χαθεί έτσι απλά ένα πρωί, προς μεγάλη του ανακούφιση. «Τα πετούσα από την κουπαστή και ήταν πολύ δύσκολο, επειδή πρόσεχα να μη με δει κανείς». Ανάμεσα σε αυτά τα κοκαλιάρικα πρόσωπα, που πολλά ανήκαν σε παιδιά, τούτο δεν φαινόταν πια τόσο αστείο. «Του Μάλια του άξιζε η κοροϊδία. Τι λες για εκείνο το πλοίο χθες; Εκείνο που είχε κολλήσει σε λασποΰφαλο, ή κάτι τέτοιο τέλος πάντων. Θα μπορούσε να σταματήσει και να βοηθήσει, αλλά δεν ήθελε ούτε να πλησιάσει, όσο κι αν φώναζαν οι άλλοι». Μπροστά τους ήταν μια γυναίκα με μακριά, μαύρα μαλλιά, που μπορεί να ήταν και όμορφη, αν δεν φαινόταν τόσο κατάκοπη, η οποία κοίταζε στο πρόσωπο κάθε άντρα που την περνούσε, σαν να έψαχνε για κάποιον ένα αγόρι, που έφτανε ως τη μέση της και δύο κορίτσια λίγο πιο μικρά κρέμονταν από πάνω της, όλα κλαίγοντας. «Έλεγε και ξανάλεγε για ληστές του ποταμού και παγίδες. Εμένα δεν μου φάνηκε για παγίδα, πάντως».
Ο Θομ έκανε μια απότομη στροφή γύρω από ένα αμαξάκι με μεγάλους τροχούς —είχε σκέπασμα από μουσαμά κι εκεί πάνω ήταν δεμένο ένα κλουβί με δύο γουρουνάκια που στρίγκλιζαν― και παραλίγο να σκοντάψει σε ένα έλκηθρο, το οποίο έσερναν ένας άντρας και μια γυναίκα. «Ενώ εσύ τρέχεις να βοηθήσεις τους άλλους όποτε χρειαστεί, έτσι δεν είναι; Παράξενο που μου διέφυγε αυτό».
«Βοηθάω όσους μπορούν να πληρώσουν», είπε με σταθερή φωνή ο Ματ. «Μόνο κάτι βλάκες στα παραμύθια κάνουν πράγματα χωρίς ανταπόδοση».