Выбрать главу

Τα δύο κοριτσάκια κλαψούριζαν στα φουστάνια της μητέρας τους, ενώ το αγόρι πάλευε να συγκρατήσει τα δάκρυά του. Το βλέμμα μέσα στις βαθουλωμένες κόχες της γυναίκας σταμάτησε για μια στιγμή στον Ματ, μελετώντας το πρόσωπό του και μετά συνέχισε αλλού· έδειχνε κι αυτή σαν να ήθελε να κλάψει. Από μια παρόρμηση, έβγαλε μια χούφτα νομίσματα από την τσέπη, χωρίς να δει τι ήταν και τα έβαλε στο χέρι της. Εκείνη τινάχτηκε έκπληκτη, κοίταξε το χρυσάφι και το ασήμι στο χέρι της με μια έκφραση απορίας, που γρήγορα έγινε χαμόγελο και άνοιξε το στόμα, ενώ δάκρυα ευγνωμοσύνης ξεχείλιζαν από τα μάτια της.

«Πάρ’ τους κάτι να φάνε», της είπε ο Ματ γοργά και βιάστηκε να φύγει, πριν η γυναίκα μιλήσει. Πρόσεξε τον Θομ, που τον παρατηρούσε. «Τι κοιτάζεις; Από λεφτά άλλο τίποτα, αρκεί να βρω κάποιον που να θέλει να παίξει ζάρια». Ο Θομ ένευσε αργά, αλλά ο Ματ δεν ήξερε αν τον είχε πείσει. Τα παλιόπαιδα, μου τσιγκλούσαν τα νεύρα με το κλάμα τους, αυτό είναι όλο. Ο βλάκας ο βάρδος τώρα θα νομίζει ότι θα μοιράζω χρυσάφι σε όποιο αδέσποτο βρω μπροστά μου. Βλάκα! Για μια αμήχανη στιγμή, δεν ήταν βέβαιος αν με αυτό το τελευταίο εννοούσε τον Θομ ή τον εαυτό του.

Ξαναβρήκε την αυτοκυριαρχία του κι απέφευγε να κοιτάζει πρόσωπα, παρά μόνο φευγαλέα, ώσπου βρήκε εκείνο που έψαχνε, στην αρχή της αποβάθρας. Εκεί στεκόταν ένας στρατιώτης δίχως κράνος, με θώρακα και κόκκινο σακάκι, που έλεγε στους ανθρώπους να προχωρήσουν προς την πόλη· έμοιαζε με ψημένο διμοιρίτη, έμπειρο ηγέτη δύναμης περίπου δέκα αντρών. Όπως μισόκλεινε τα μάτια στον ήλιο που έδυε, θύμιζε στον Ματ τον Ούνο, αν και αυτός εδώ δεν ήταν μονόφθαλμος. «Προχωρήστε», φώναζε με βραχνή φωνή. «Απαγορεύεται να στέκεστε εδώ. Προχωρήστε. Πηγαίνετε στην πόλη».

Ο Ματ σταμάτησε ακριβώς μπροστά από το στρατιώτη και χαμογέλασε. «Με συγχωρείς, λοχαγέ, αλλά μήπως μπορείς να μου πεις πού θα βρω ένα αξιοπρεπές πανδοχείο; Κι ένα στάβλο που να έχει καλά άλογα για πούλημα. Έχουμε να κάνουμε πολύ δρόμο όταν ξημερώσει».

Ο στρατιώτης τον κοίταξε από την κορφή ως τα νύχια, εξετάζοντας τον Θομ με το μανδύα βάρδου που φορούσε και ύστερα ξανακοίταξε τον Ματ. «Λοχαγέ, ε; Αγόρι μου, πρέπει να έχεις την τύχη του Σκοτεινού για να βρεις έστω και στάβλο να κοιμηθείς. Οι πιο πολλοί απ’ αυτό το λεφούσι θα κοιμηθούν πλάι σε φράχτες. Κι αν βρεις άλογο που δεν το έσφαξαν για να το μαγειρέψουν, θα πρέπει να πολεμήσεις με τον ιδιοκτήτη του για να σου το πουλήσει».

«Άλογα για φαΐ!» μουρμούρισε με αηδία ο Θομ. «Τόσο δύσκολα πάνε τα πράγματα σε αυτή την όχθη; Δεν στέλνει η Βασίλισσα τρόφιμα;»

«Είναι δύσκολα, βάρδε». Ο στρατιώτης πήρε μια έκφραση σαν να ήθελε να φτύσει. «Πολύς κόσμος περνά το ποτάμι και οι μύλοι δεν προφταίνουν να αλέθουν αλεύρι, ούτε τα κάρα να κουβαλάνε τρόφιμα από τα αγροκτήματα. Αύριο θα απαγορεύσουμε τη διέλευση του ποταμού και όσοι προσπαθήσουν να περάσουν, θα τους γυρίσουμε πίσω». Κοίταξε με σκοτεινό βλέμμα τους ανθρώπους που συνωθούνταν στο μόλο, σαν να ήταν δικό τους το λάθος και μετά κοίταξε με το ίδιο σκληρό βλέμμα τον Ματ. «Εμποδίζεις εδώ πέρα, ταξιδιώτη. Προχώρα». Η φωνή του δυνάμωσε πάλι, καθώς απευθυνόταν στον κόσμο γύρω του. «Προχωράτε! Απαγορεύεται να στέκεστε εδώ! Προχωράτε!»

Ο Ματ και ο Θομ ακολούθησαν το ρεύμα αυτής της θάλασσας από ανθρώπους, καρότσια και έλκηθρα, που κυλούσε προς τις πύλες της πόλης. Μπήκαν στο Αρινγκίλ.

Οι κεντρικοί δρόμοι ήταν στρωμένοι με ίσιες, γκρίζες πλάκες, αλλά το πλήθος ήταν τόσο πυκνό, που δεν έβλεπες τις πέτρες κάτω από τις μπότες σου. Οι περισσότεροι έμοιαζαν να προχωρούν άσκοπα, δίχως να έχουν πού να πάνε· κάποιοι είχαν εγκαταλείψει την προσπάθεια και ζάρωναν αποθαρρυμένοι στις άκρες του δρόμου, ενώ όσοι ήταν τυχεροί, είχαν τα πράγματά τους μπροστά τους ή έσφιγγαν στην αγκαλιά ό,τι πολύτιμο είχαν περισώσει. Ο Ματ είδε τρεις άντρες να κρατάνε ρολόγια, καθώς καμιά δεκαριά ακόμα με ασημένια κύπελλα ή δίσκους. Οι γυναίκες έσφιγγαν στον κόρφο τα παιδιά τους κυρίως. Μια οχλοβοή πλανιόταν στον αέρα, ένα χαμηλό, δίχως λόγια, μουρμούρισμα ανησυχίας. Ο Ματ άνοιγε δρόμο ανάμεσα από το πλήθος κατσουφιασμένος, ψάχνοντας για ταμπέλες πανδοχείων. Υπήρχαν κάθε λογής κτίρια, από ξύλο, πέτρα ή τούβλα, το ένα κολλητά στο άλλο, με στέγες από κεραμίδι, καλάμια, ή από πλάκες σχιστόλιθου.

«Δεν είναι έτσι η Μοργκέις», είπε ύστερα από ώρα ο Θομ, σχεδόν μονολογώντας. Τα φουντωτά φρύδια του ήταν χαμηλωμένα, σαν λευκό βέλος που σημάδευε τη μύτη του.

«Έτσι πώς;» ρώτησε αφηρημένα ο Ματ.

«Που απαγορεύει τη διέλευση. Που στέλνει πίσω τον κόσμο. Ανέκαθεν ήταν νευρικό πλάσμα, αλλά είχε και καρδιά, που συμπονούσε τους φτωχούς και τους πεινασμένους». Κούνησε το κεφάλι.