Выбрать главу

Ο Ματ, τότε, είδε μια ταμπέλα —ο Ποταμίσιος, έγραφε και έδειχνε έναν ξυπόλητο, χωρίς πουκάμισο, να χορεύει τζιγκ― και έστριψε προς τα κει, ανοίγοντας ένα λοξό δρόμο ανάμεσα από το πλήθος με τη ράβδο του. «Αυτή θα το είπε. Ποιος άλλος; Ξέχνα τη Μοργκέις, Θομ. Έχουμε πολύ δρόμο ακόμα μέχρι το Κάεμλυν. Πρώτα, όμως, πρέπει να δούμε πόσο χρυσάφι θα χρειαστούμε για να βρούμε κρεβάτι απόψε».

Η κοινή αίθουσα του Ποταμίσιου ήταν πήχτρα κόσμο, όσο κι ο δρόμος απ’ έξω κι όταν ο πανδοχέας άκουσε τι ήθελε ο Ματ, γέλασε τόσο δυνατά, που τα σαγόνια του έτριξαν. «Τώρα τους κοιμίζω τέσσερις σε κάθε κρεβάτι. Η ίδια μου η μάνα να ερχόταν, δεν θα μπορούσα να της δώσω ούτε κουβέρτα πλάι στη φωτιά».

«Όπως πρέπει να πρόσεξες», είπε ο Θομ, με φωνή που είχε αποκτήσει εκείνη την ηχηρή ένταση, «είμαι βάρδος. Σίγουρα θα βρεις τουλάχιστον ξυλοκρέβατα σε μια γωνιά και σε αντάλλαγμα θα ψυχαγωγήσω τους πελάτες σου, λέγοντας ιστορίες, καταπίνοντας φωτιά και κάνοντας ταχυδακτυλουργικά». Ο πανδοχέας του γέλασε κατάμουτρα.

Όταν ο Ματ τον τράβηξε πίσω στο δρόμο, ο Θομ μούγκρισε με τη φυσιολογική φωνή του: «Δεν μου έδωσες μια ευκαιρία να ρωτήσω για το στάβλο του. Σίγουρα θα μας εξασφάλιζα το λιγότερο μια θέση στο πατάρι με το σανό».

«Κοιμήθηκα σε αρκετούς στάβλους και αχυρώνες από τότε που άφησα το Πεδίο του Έμοντ», του είπε ο Ματ, «όπως και κάτω από αρκετούς θάμνους. Θέλω κρεβάτι».

Αλλά και στα επόμενα τέσσερα πανδοχεία που βρήκε, ο πανδοχέας του έδινε την ίδια απάντηση με τον πρώτο· στα δύο τελευταία παραλίγο να τον πετάξουν έξω με τις κλωτσιές, όταν πρότεινε να παίξουν ζάρια για ένα κρεβάτι. Κι όταν ο ιδιοκτήτης του πέμπτου του είπε ότι δεν θα μπορούσε να δώσει ξυλοκρέβατο ούτε ακόμα και στην ίδια τη Βασίλισσα —κι αυτό σε ένα μέρος που λεγόταν η Καλή Βασίλισσα― τότε αναστέναξε και είπε: «Ο στάβλος σου, τότε; Σίγουρα θα μπορούμε να κοιμηθούμε στο πατάρι, με το ανάλογο αντίτιμο».

«Ο στάβλος μου είναι για άλογα», είπε ο στρογγυλοπρόσωπος πανδοχέας, «όχι ότι έχουν μείνει πολλά στην πόλη». Καθώς μιλούσε, γυάλιζε ένα ασημένιο κύπελλο· άνοιξε το πορτάκι ενός ρηχού ντουλαπιού, που στηριζόταν πάνω σε μια βαθιά συρταριέρα και το έβαλε μαζί με τα άλλα· δεν υπήρχαν δύο όμοια μεταξύ τους. Πάνω στη ραφιέρα υπήρχε μια ζαροθήκη από επεξεργασμένο δέρμα, λίγο πιο μπροστά από την τροχιά που διέγραφαν οι πόρτες του ντουλαπιού ανοίγοντας. «Δεν βάζω ανθρώπους εκεί που μπορεί να τρομάξουν τα άλογα και ίσως να τα κλέψουν, κιόλας. Αυτοί που με πληρώνουν για να σταβλίσω τα άλογά τους τα θέλουν περιποιημένα και, επίσης, έχω και δύο δικά μου εκεί μέσα. Δεν υπάρχουν κρεβάτια στο στάβλο μου για εσάς».

Ο Ματ κοίταξε σκεφτικός τη ζαροθήκη. Έβγαλε μια χρυσή Αντορανή κορώνα από την τσέπη του και την ακούμπησε πάνω στη ραφιέρα. Το επόμενο νόμισμα ήταν ένα ασημένιο μάρκο της Ταβόλιν, ύστερα ένα χρυσό και μετά μια χρυσή Δακρινή κορώνα. Ο πανδοχέας κοίταξε τα νομίσματα και έγλειψε τα παχουλά χείλη του. Ο Ματ πρόσθεσε δύο ασημένια Ιλιανά μάρκα, άλλη μια χρυσή Αντορανή κορώνα και κοίταξε το στρογγυλοπρόσωπο άντρα. Ο πανδοχέας δίστασε. Ο Ματ άπλωσε το χέρι στα νομίσματα. Το χέρι του πανδοχέα έφτασε πρώτο.

«Ίσως οι δυο σας, μόνοι, να μην αποτελούσατε μεγάλη ενόχληση για τα άλογα».

Ο Ματ του χαμογέλασε. «Μιας και μιλάμε για άλογα, πόσο κοστίζουν τα δύο τα δικά σου; Με σέλες και γκέμια, φυσικά».

«Δεν πουλάω τα άλογά μου», είπε ο πανδοχέας, σφίγγοντας τα νομίσματα στο στήθος.

Ο Ματ πήρε τη ζαροθήκη και την κούνησε. «Τα διπλά για τα άλογα, τις σέλες και τα χάμουρά τους». Χτύπησε την τσέπη του σακακιού του, για να κουδουνίσουν τα νομίσματα και να δείξει ότι μπορούσε να καλύψει το στοίχημα. «Μία ζαριά δική μου κι εσύ ρίξε δύο. Μετράει η καλύτερη». Παραλίγο να γελάσει, βλέποντας την απληστία να φωτίζει ολόκληρο το πρόσωπο του πανδοχέα.

Όταν ο Ματ μπήκε στο στάβλο, το πρώτο που έκανε ήταν να ψάξει τα έξι παχνιά που είχαν άλογα για να βρει ένα ζευγάρι καφέ μουνούχια. Δεν είχαν τίποτα το ξεχωριστό αυτά τα ζώα, αλλά ήταν δικά του. Ήθελαν πολύ και προσεκτικό ξύστρισμα, αλλά κατά τα άλλα έμοιαζαν να είναι σε καλή κατάσταση, ειδικά αν υπολόγιζες ότι όλοι οι σταβλίτες, εκτός από έναν, το είχαν σκάσει. Ο πανδοχέας ήταν άκρως επικριτικός προς τις διαμαρτυρίες που είχαν διατυπώσει, σύμφωνα με τις οποίες δεν μπορούσαν πια να ζήσουν με τα χρήματα που τους πλήρωνε και θεωρούσε εγκληματικό ότι ο ένας, που είχε απομείνει, είχε το θράσος να πει ότι θα πήγαινε σπίτι του να κοιμηθεί, επειδή είχε κουραστεί κάνοντας τη δουλειά τριών ατόμων.

«Πέντε εξάρια», μουρμούρισε πίσω του ο Θομ. Η ματιά που έριξε ολόγυρα στο στάβλο δεν έδειχνε την ικανοποίηση που θα ήταν αναμενόμενη, δεδομένου ότι πρώτος αυτός το είχε προτείνει. Στις τελευταίες ακτίνες του ήλιου, που έμπαιναν από τις μεγάλες πόρτες, άστραφταν κόκκοι σκόνης και τα σκοινιά που χρησιμοποιούσαν για να ανεβάζουν δεμάτια σανού κρέμονταν από τροχαλίες στα δοκάρια, σαν κλήματα. Το πατάρι με το σανό ήταν χαμένο στο ζόφο εκεί ψηλά. «Όταν έριξε τέσσερα εξάρια και ένα πέντε στη δεύτερη ζαριά του, πίστεψε ότι σίγουρα θα έχανες, το ίδιο κι εγώ. Τώρα τελευταία δεν κερδίζεις με την κάθε ζαριά».