«Κερδίζω αρκετά συχνά». Ο Ματ ένιωθε ανακούφιση που δεν κέρδιζε κάθε φορά. Ήταν καλό πράγμα η τύχη, αλλά κάθε φορά που θυμόταν εκείνη τη βραδιά, ένιωθε ένα ρίγος να κατηφορίζει την πλάτη του. Πάντως, για μια στιγμή, καθώς κουνούσε τη ζαροθήκη, σχεδόν ήξερε τι θα έδειχναν οι βουλίτσες. Καθώς έριχνε τη ράβδο στο πατάρι, ακούστηκε ένας κεραυνός στον ουρανό. Σκαρφάλωσε γοργά τη σκάλα, μιλώντας στον Θομ. «Ήταν καλή ιδέα. Νόμιζα θα χαιρόσουν που γλίτωσες τη βροχή απόψε».
Ο περισσότερος σανός ήταν σε δεμάτια στοιβαγμένα στους τοίχους, αλλά κάτω υπήρχε πεσμένος αρκετός. Ρίχνοντας από πάνω το μανδύα του, ο Ματ κατάφερε να φτιάξει ένα κρεβάτι. Ο Θομ εμφανίστηκε στην κορυφή της σκάλας, καθώς ο Ματ έβγαζε από το δερμάτινο δισάκι του δύο καρβέλια ψωμί και ένα κομμάτι τυρί με πράσινες φλέβες. Ο πανδοχέας —το όνομά του ήταν Τζέραλ Φλόρυ― τα είχε αποχωριστεί με αντάλλαγμα μερικά νομίσματα, τα οποία θα έφταναν για να αγοράσει κανείς άλογο σε πιο ειρηνικούς καιρούς. Άρχισαν να τρώνε, καθώς η βροχή έδερνε τη στέγη και ξέπλυναν το στόμα με νερό από τα παγούρια τους —ο Φλόρυ δεν είχε κρασί με οποιοδήποτε τίμημα― και όταν τελείωσαν, ο Θομ έβγαλε την ίσκα και την τσακμακόπετρα, γέμισε ταμπάκ την μακριά πίπα του και έγειρε πίσω για να καπνίσει.
Ο Ματ ήταν ξαπλωμένος ανάσκελα χαζεύοντας τη γεμάτη σκιές οροφή, ενώ αναρωτιόταν αν η βροχή θα κόπαζε πριν από το ξημέρωμα —ήθελε το συντομότερο δυνατόν να ξεφορτωθεί το γράμμα από τα χέρια του― όταν άκουσε μέσα στο στάβλο να τρίζει ένας άξονας τροχού. Κύλησε στο χείλος του παταριού και κοίταξε χαμηλότερα. Το σούρουπο κρατούσε ακόμα και τον βοήθησε να δει.
Μια λεπτοκαμωμένη γυναίκα άφηνε κάτω τις λαβές από το αμαξάκι της με τους μεγάλους τροχούς, το οποίο είχε σύρει μέσα στο στάβλο, μακριά από τη βροχή· κατέβασε το μανδύα της και άρχισε να μονολογεί χαμηλόφωνα, καθώς τον τίναζε για να φύγουν τα νερά. Τα μαλλιά της ήταν χτενισμένα σε πλήθος μικρών κοτσίδων και το μεταξωτό φόρεμά της —του φάνηκε ότι είχε λαχανί χρώμα― ήταν περίτεχνα κεντημένο στον κόρφο της. Το φόρεμα κάποτε ήταν πολυτελές, αλλά τώρα ήταν κουρελιασμένο και λεκιασμένο. Έτριψε την πλάτη της και συνεχίζοντας το χαμηλόφωνο μονόλογό της, έτρεξε στις πόρτες του στάβλου για να κοιτάξει έξω τη βροχή. Εξίσου βιαστικά, έσκυψε για να κλείσει τις μεγάλες πόρτες, αφήνοντας το στάβλο στο σκοτάδι. Από κάτω ακούστηκε ένα θρόισμα, ένα «κλικ» και ένα πάφλασμα και ξαφνικά μια μικρή φλόγα άνθισε σε ένα φανάρι στα χέρια της. Κοίταξε ολόγυρα, βρήκε ένα κρεμαστάρι στον πάσσαλο ενός παχνιού, κρέμασε το φανάρι και πήγε να ψάξει κάτι στο δεμένο μουσαμά που σκέπαζε το αμαξάκι της.
«Γρήγορα το έκανε», είπε ο Θομ με μαλακή φωνή, χωρίς να βγάλει την πίπα από το στόμα. «Θα μπορούσε να βάλει φωτιά στο στάβλο, έτσι που χτυπούσε την τσακμακόπετρα στα σκοτεινά».
Η γυναίκα βρήκε μια γωνιά ψωμί κι άρχισε να τη ροκανίζει με έναν τρόπο που έδειχνε ότι ήταν ξερή. Η πείνα της, όμως, δεν φαινόταν να δίνει σημασία σε αυτό.
«Έμεινε καθόλου τυρί;» ψιθύρισε ο Ματ. Ο Θομ κούνησε το κεφάλι.
Η γυναίκα οσμίστηκε τον αέρα και ο Ματ κατάλαβε ότι, μάλλον, είχε διακρίνει τον καπνό από το ταμπάκ του Θομ. Ήταν έτοιμος να σηκωθεί και να αναγγείλει την παρουσία τους, όταν ξανάνοιξε μια από τις πόρτες του στάβλου.
Η γυναίκα ζάρωσε, έτοιμη να το βάλει στα πόδια, καθώς τέσσερις άντρες έμπαιναν από τη βροχή κι έβγαζαν τους βρεγμένους μανδύες τους, για να αποκαλύψουν ανοιχτόχρωμα σακάκια με πλατιά μανίκια και κεντίδια στο στήθος, καθώς και φαρδιά παντελόνια, κεντητά στα μπατζάκια. Τα ρούχα τους ήταν φανταχτερά και όλοι τους ήταν μεγαλόσωμοι, με βλοσυρή έκφραση.
«Έτσι, λοιπόν, Αλούντρα», είπε ένας άντρας με κίτρινο σακάκι, «δεν πήγες όσο μακριά νόμιζες όταν το έσκαγες, έτσι δεν είναι;» Η προφορά του ήχησε παράξενη στα αυτιά του Ματ.
«Ταμούζ», είπε η γυναίκα σαν να καταριόταν. «Δεν αρκεί που αποπέμφθηκα από τη Συντεχνία χάρη στις γκάφες σου, άμυαλο ζώο, αλλά τώρα με παίρνεις και στο κυνήγι». Είχε κι αυτή την ίδια παράξενη λαλιά. «Λες να χαίρομαι βλέποντάς σε;»
Εκείνος που λεγόταν Ταμούζ γέλασε. «Είσαι πολύ ανόητη, Αλούντρα, αυτό πάντα το ήξερα. Αν απλώς είχες φύγει, θα μπορούσες να ζήσεις πολλά χρόνια από τη ζωή σου σε κάποιο ήσυχο μέρος. Αλλά δεν μπορούσες να ξεχάσεις τα μυστικά στο μυαλό σου, έτσι δεν είναι; Τι πίστευες, πως δεν θα μαθαίναμε ότι προσπαθούσες να βγάλεις το ψωμί σου κάνοντας αυτό που μονάχα η Συντεχνία έχει δικαίωμα να κάνει;» Ξαφνικά, φάνηκε μια λεπίδα μαχαιριού στο χέρι του. «Θα είναι μεγάλη χαρά μας να σου κόψουμε το λαρύγγι, Αλούντρα».