Ο Ματ δεν είχε καν αντιληφθεί ότι είχε σηκωθεί όρθιος, παρά μόνο όταν χιμούσε από το πατάρι κρατώντας ένα από τα κουλουριασμένα σχοινιά που κρέμονταν από τη στέγη. Που να καώ για τη βλακεία μου!
Πρόφτασε μόνο να σχηματίσει αυτή τη βιαστική σκέψη και μετά είχε πέσει πάνω στους μανδυοφορεμένους άντρες, σκορπίζοντάς τους σαν κορύνες σε παιχνίδι μπόουλινγκ. Τα σκοινιά γλίστρησαν από τα χέρια του και σωριάστηκε κάτω, κουτρουβαλώντας και ο ίδιος στο γεμάτο σανό πάτωμα, με τα νομίσματα να χύνονται από τις τσέπες του. Σταμάτησε κόντρα σε ένα παχνί. Όταν σηκώθηκε, έπειτα από μεγάλη προσπάθεια, είχαν αρχίσει να σηκώνονται και οι άλλοι τέσσερις. Και τώρα όλοι κρατούσαν μαχαίρια. Φωτοκατάρατε βλάκα! Που να καώ! Να καώ!
«Ματ!»
Σήκωσε το βλέμμα και ο Θομ του πέταξε τη ράβδο. Την άρπαξε στον αέρα, μόλις προφταίνοντας να τινάξει τη λεπίδα από τη γροθιά του Ταμούζ και να του καταφέρει ένα ηχηρό χτύπημα στο πλάι του κεφαλιού. Ο άλλος σωριάστηκε χάμω, αλλά οι τρεις που είχαν μείνει, έρχονταν στο κατόπι του· μέσα σε μια αγωνιώδη στιγμή, ο Ματ μόλις που κατόρθωσε, στριφογυρνώντας τη ράβδο του, να αποκρούσει τις λεπίδες τους, χτυπώντας γόνατα, αστραγάλους, παίδια και, στο τέλος, να σημαδέψει με δύναμη τα κεφάλια τους. Όταν έπεσε και ο τελευταίος, στάθηκε κοιτάζοντάς τους για μια στιγμή και μετά έστρεψε το άγριο βλέμμα του στη γυναίκα. «Ήταν ανάγκη να διαλέξεις αυτό το στάβλο για να σε δολοφονήσουν;»
Εκείνη έχωσε ξανά ένα εγχειρίδιο με λεπτή λεπίδα στη θήκη της ζώνης της. «Θα σε βοηθούσα, αλλά φοβήθηκα μη με πάρεις για καμιά απ’ αυτούς τους γελοίους, αν πλησίαζα με ατσάλι στο χέρι. Επίσης, διάλεξα αυτό το στάβλο επειδή η βροχή είναι υγρή και το ίδιο κι εγώ και κανένας δεν παρακολουθούσε αυτό το μέρος».
Ήταν μεγαλύτερη απ’ όσο του είχε φανεί αρχικά, τουλάχιστον δέκα ή δεκαπέντε χρόνια μεγαλύτερη του, αλλά ακόμα κι έτσι ήταν όμορφη, με μεγάλα, μαύρα μάτια και μικρό, σαρκώδες στόμα, που έμοιαζε έτοιμο να σφιχτεί παραπονιάρικα. Ή σαν να ετοιμάζεται για φιλί. Άφησε ένα γελάκι και έγειρε στη ράβδο του. «Ε, ό,τι έγινε, έγινε. Φαντάζομαι ότι δεν ήθελες να μας βάλεις σε μπελάδες».
Ο Θομ κατέβαινε από το πατάρι αδέξια, εξαιτίας του ποδιού του και η Αλούντρα τον κοίταξε και μετά έστρεψε πάλι το βλέμμα της στον Ματ. Ο βάρδος είχε ξαναφορέσει το μανδύα του ― σπάνια άφηνε κάποιον να τον δει χωρίς αυτόν, ειδικά όταν ήταν για πρώτη φορά. «Είναι σαν παραμύθι», είπε η γυναίκα. «Με έσωσαν ένας βάρδος και ένας νεαρός ήρωας» ―σμίγοντας τα φρύδια, κοίταξε τους άντρες που κείτονταν στο δάπεδο του στάβλου― «απ’ αυτούς, που είχαν γουρούνια για μητέρες!»
«Γιατί ήθελαν να σε σκοτώσουν;» ρώτησε ο Ματ. «Κάτι είπε ο ένας για μυστικά».
Ο Θομ είπε με την επιδεικτική φωνή του: «Τα μυστικά της κατασκευής πυροτεχνημάτων, εκτός αν λαθεύω. Δεν είσαι Φωτοδότρια;» Υποκλίθηκε αριστοκρατικά, με ένα εντυπωσιακό στροβίλισμα του μανδύα του. «Είμαι ο Θομ Μέριλιν. Βάρδος, όπως είδες». Και σαν να ήταν κάτι δευτερεύον, πρόσθεσε: «Κι αυτός είναι ο Ματ, ένας νεαρός με κλίση στο να μπλέκει σε μπελάδες».
«Ήμουν Φωτοδότρια», είπε δαγκωμένη η Αλούντρα, «αλλά αυτό το γουρούνι, ο Ταμούζ, κατέστρεψε μια παράσταση για τον Βασιλιά της Καιρχίν και παραλίγο να διαλύσει και τον τοπικό οίκο μας. Αλλά εγώ ήμουν Κυρά του Τοπικού Οίκου κι έτσι η Συντεχνία θεώρησε υπεύθυνη εμένα». Πήρε αμυντικό τόνο. «Δεν φανερώνω τα μυστικά της Συντεχνίας, ό,τι κι αν λέει ο Ταμούζ, αλλά δεν θα μείνω και νηστική, τη στιγμή που μπορώ να φτιάξω πυροτεχνήματα. Δεν είμαι πια στη Συντεχνία, άρα οι νόμοι της δεν με δεσμεύουν πλέον».
«Ο Γκάλντριαν», είπε ο Θομ, σχεδόν με το ίδιο μουδιασμένο ύφος. «Ε, είναι ένας νεκρός βασιλιάς τώρα πια και δεν θα ξαναδεί πυροτεχνήματα».
«Η Συντεχνία», είπε αυτή κουρασμένα, «λίγο έλειψε να με κατηγορήσει για εκείνο τον πόλεμο στην Καιρχίν, λες κι εκείνη η ολέθρια νύχτα προκάλεσε το θάνατο του Γκάλντριαν». Ο Θομ έκανε μια γκριμάτσα. «Φαίνεται ότι δεν μπορώ να μείνω άλλο εδώ», συνέχισε. «Ο Ταμούζ και τα άλλα βόδια δεν θα αργήσουν να ξυπνήσουν. Ίσως να πουν, αυτή τη φορά, στους στρατιώτες ότι αυτά που έχω είναι κλεμμένα». Κοίταξε τον Θομ και μετά τον Ματ, σμίγοντας τα φρύδια καθώς σκεφτόταν και φάνηκε να καταλήγει σε μια απόφαση. «Πρέπει να σας ανταμείψω, αλλά δεν έχω χρήματα. Πάντως, έχω κάτι που ίσως να είναι εξίσου καλό με το χρυσάφι. Ίσως και καλύτερο. Για να δούμε τι νομίζετε».