Ο Ματ κοιτάχτηκε με τον Θομ, καθώς η Αλούντρα έψαχνε κάτω από το μουσαμά που προστάτευε το αμαξάκι της. Βοηθάω όσους μπορούν να πληρώσουν. Του φάνηκε ότι ένα παράξενο φως είχε εμφανιστεί στα γαλανά μάτια του Θομ.
Η Αλούντρα ξεχώρισε ένα ρολό από κάποια άλλα, ένα κοντό ρολό από βαρύ, λαδωμένο ύφασμα, τόσο χοντρό που μετά βίας μπορούσε να το αγκαλιάσει με τα δύο χέρια. Το ακούμπησε στα άχυρα, έλυσε τα κορδόνια που το έσφιγγαν και ξετύλιξε το ύφασμα στο πάτωμα. Είχε τέσσερις σειρές από τσέπες κατά μήκος του και οι τσέπες κάθε σειράς ήταν μεγαλύτερες από της προηγούμενης. Κάθε τσέπη είχε έναν κερωμένο χάρτινο κύλινδρο, από τον οποίο ξεπρόβαλε μόνο η άκρη, που κατέληγε σε ένα σκούρο κορδόνι.
«Πυροτεχνήματα», είπε ο Θομ. «Το ήξερα. Αλούντρα, δεν πρέπει να το κάνεις αυτό. Έτσι και τα πουλήσεις, τα χρήματα που θα βγάλεις θα είναι αρκετά για να μείνεις τουλάχιστον δέκα μέρες σε καλό πανδοχείο και να τρως καλά κάθε μέρα. Δηλαδή, οπουδήποτε αλλού εκτός από το Αρινγκίλ».
Εκείνη γονάτισε πλάι στη μακριά λωρίδα του ξετυλιγμένου υφάσματος και τον κοίταξε ξεφυσώντας. «Κλείσε το στόμα, γέρο μου». Το είπε με καλοσυνάτο ύφος. «Δεν επιτρέπεται να δείξω ευγνωμοσύνη; Λες να τα έδινα όλα αυτά, αν δεν είχα άλλα για πούλημα; Δώσε προσοχή».
Ο Ματ γονάτισε δίπλα της μαγεμένος. Δυο φορές στη ζωή του είχε δει πυροτεχνήματα. Τα είχαν φέρει έμποροι στο Πεδίο του Έμοντ, με μεγάλο κόστος για το Συμβούλιο του Χωριού. Όταν ήταν δέκα χρόνων, είχε προσπαθήσει να ανοίξει ένα για να δει τι είχε μέσα και τους είχε αναστατώσει όλους. Ο Μπραν αλ’Βερ, ο δήμαρχος, τον είχε καρπαζώσει· η Ντόραλ Μπάραν, που ήταν τότε η Σοφία του χωριού, τον είχε δείρει με τη βίτσα· κι ο πατέρας του τον είχε δείρει με το λουρί, όταν είχε γυρίσει σπίτι. Επί ένα μήνα, κανένας στο χωριό δεν του μιλούσε, εκτός από τον Ραντ και τον Πέριν κι αυτοί πιο πολύ του έλεγαν τι βλάκας που ήταν. Άπλωσε το χέρι σε έναν κύλινδρο. Η Αλούντρα του μπάτσισε το χέρι.
«Πρόσεξε πρώτα, λέω! Αυτά τα μικρότερα κάνουν δυνατό κρότο, αλλά τίποτα άλλο». Ήταν ίδια στο μέγεθος με το μικρό του δαχτυλάκι. «Τα άλλα, δίπλα, βροντούν και βγάζουν αστραφτερό φως. Αυτά, πιο πέρα, κάνουν “μπαμ”, βγάζουν φως και πολλές σπίθες. Τα τελευταία» —ήταν πιο χοντρά από τον αντίχειρά του― «τα κάνουν όλα αυτά, αλλά οι σπίθες είναι πολύχρωμες. Σχεδόν σαν νυχτολούλουδο, αλλά όχι ψηλά στον ουρανό».
Νυχτολουλουδο; σκέφτηκε ο Ματ.
«Αυτά θέλουν ιδιαίτερη προσοχή. Βλέπεις, το φυτίλι είναι πολύ μακρύ». Είδε το ανέκφραστο πρόσωπό του και κούνησε ένα από τα μακριά, σκούρα κορδόνια. «Αυτό εδώ, αυτό!»
«Όπου βάζεις τη φωτιά», μουρμούρισε εκείνος. «Το ξέρω». Ο Θομ έβγαλε έναν ήχο από το λαρύγγι του και χάιδεψε τα μουστάκια του με την άρθρωση του δαχτύλου, σαν να ήθελε να κρύψει ένα χαμόγελο.
Η Αλούντρα μούγκρισε. «Όπου βάζεις τη φωτιά. Ναι. Μη μείνεις κοντά τους, αλλά ειδικά στα μεγάλα, τρέξε μακριά όταν ανάψεις το φυτίλι. Με αντιλαμβάνεσαι;» Τύλιξε με γοργές κινήσεις το μακρύ ύφασμα. «Μπορείς να τα πουλήσεις, αν θέλεις, ή να τα χρησιμοποιήσεις. Μην ξεχνάς ότι δεν πρέπει να τα αφήσεις ποτέ κοντά στη φωτιά. Η φωτιά θα τα κάνει να ανατιναχτούν. Τόσα πολλά μαζεμένα, ίσως μπορούν να γκρεμίσουν ολόκληρο σπίτι». Δίστασε πριν ξαναδέσει τα κορδόνια και μετά πρόσθεσε: «Και κάτι τελευταίο, που μπορεί να το έχεις ακούσει. Μην τα ανοίξεις, όπως κάνουν μερικοί βλάκες, για να δεις τι έχουν μέσα. Μερικές φορές, όταν αυτό που είναι μέσα αγγίξει αέρα, ανατινάζεται δίχως να χρειαστεί φωτιά. Μπορεί να χάσεις δάχτυλα, ίσως και το χέρι σου».
«Το έχω ακούσει αυτό», είπε ξερά ο Ματ.
Εκείνη τον κοίταξε σμίγοντας τα φρύδια, σαν να αναρωτιόταν αν σκόπευε να κάνει αυτό ακριβώς το πράγμα και, τελικά, του έδωσε το τυλιγμένο δέμα. «Να. Τώρα πρέπει να πηγαίνω, πριν ξυπνήσουν αυτοί οι γιοι κατσίκας». Κοίταξε την πόρτα, που ήταν ακόμα ανοιχτή, καθώς και τη βροχή έξω και αναστέναξε. «Ίσως βρω αλλού στεγνό μέρος. Λέω αύριο να ξεκινήσω για το Λάγκαρντ. Αυτά τα γουρούνια θα περιμένουν να πάω στο Κάεμλυν, έτσι δεν είναι;»
Το Λάγκαρντ ήταν ακόμα πιο μακριά από το Κάεμλυν κι ο Ματ, ξαφνικά, θυμήθηκε το ξεροκόμματο το ψωμί. Επίσης, η Αλούντρα είχε πει ότι δεν είχε χρήματα. Με τα πυροτεχνήματα μόνο δεν θα μπορούσε να πληρώσει το φαΐ της, παρά μόνο όταν θα έβρισκε κάποιον που μπορούσε να τα αγοράσει. Το βλέμμα της δεν είχε πέσει στιγμή στα χρυσά και τα ασημένια νομίσματα που είχαν ξεχυθεί από τις τσέπες του Ματ, καθώς έπεφτε· στο φως του φαναριού, άστραφταν και έλαμπαν ανάμεσα στα άχυρα. Φως μου, τι να πω, δεν μπορώ να την αφήσω να πεινάσει. Μάζεψε όσα μπόρεσε να πιάσει στα γρήγορα.