«Ε... Αλούντρα; Μου περισσεύουν, όπως βλέπεις. Σκέφτηκα μήπως...» Της έδειξε τα νομίσματα. «Μπορώ να κερδίσω κι άλλα».
Εκείνη κοντοστάθηκε, με το μανδύα μισοριγμένο στους ώμους της και μετά χαμογέλασε στον Θομ, καθώς τον τύλιγε καλύτερα γύρω της. «Είναι μικρός ακόμα, έτσι δεν είναι;»
«Μικρός είναι», συμφώνησε ο Θομ. «Και δεν είναι τόσο κακός όσο νομίζει τον εαυτό του. Καμιά φορά, καθόλου».
Ο Ματ τους αγριοκοίταξε και κατέβασε το χέρι.
Η Αλούντρα πλησίασε το αμαξάκι, σήκωσε τις λαβές και το γύρισε. Ύστερα ξεκίνησε για την πόρτα, κλωτσώντας τον Ταμούζ στα πλευρά καθώς τον προσπερνούσε. Εκείνος βόγκηξε ζαλισμένος.
«Θα ήθελα να μάθω κάτι, Αλούντρα», είπε ο Θομ. «Πώς άναψες αυτό το φανάρι τόσο γρήγορα μέσα στο σκοτάδι;»
Εκείνη σταμάτησε μπροστά από την πόρτα και του χαμογέλασε πάνω από τον ώμο της. «Θέλεις να σου πω όλα τα μυστικά μου; Νιώθω ευγνωμοσύνη, αλλά δεν είμαι κι ερωτευμένη. Αυτό το μυστικό ούτε και η Συντεχνία δεν το ξέρει, διότι είναι δική μου ανακάλυψη. Ένα μόνο θα σου πω. Όταν θα ξέρω πώς να το κάνω να δουλεύει σωστά και να δουλεύει μόνο όταν το θέλω, θα βγάλω μια περιουσία από ξυλαράκια». Έριξε το βάρος της στις λαβές, τράβηξε το αμαξάκι έξω στη βροχή και η νύχτα την κατάπιε.
«Ξυλαράκια;» είπε ο Ματ. Αναρωτήθηκε μήπως της είχε σαλέψει λιγάκι.
Ο Ταμούζ βόγκηξε πάλι.
«Καλύτερα να κάνουμε ό,τι κι αυτή», είπε ο Θομ. «Αλλιώς, είτε θα πρέπει να κόψουμε τέσσερις λαιμούς, είτε, ίσως, να περάσουμε μερικές μέρες εξηγώντας στους Φρουρούς της Βασίλισσας τα καθέκαστα. Αυτοί εδώ μοιάζουν να είναι τύποι που θα μας κάρφωναν από καθαρή μνησικακία. Και μου φαίνεται ότι έχουν λόγο να είναι μνησίκακοι». Ένας από τους συντρόφους του Ταμούζ σάλεψε, σαν να συνερχόταν και μουρμούρισε κάτι ακατάληπτο.
Όταν πια είχαν μαζέψει τα πάντα και είχαν σελώσει τα άλογα, ο Ταμούζ είχε σηκωθεί στα χέρια και τα γόνατα, με το κεφάλι κρεμασμένο. Και οι άλλοι, επίσης, σάλευαν και βογκούσαν.
Ο Ματ ανέβηκε με μια γοργή κίνηση στη σέλα και κοίταξε τη βροχή από τις ανοιχτές πόρτες, που έπεφτε πιο δυνατά από πριν. «Ήρωας να σου πετύχει», είπε. «Θομ, αν σου φανεί ποτέ ότι πάω να το παίξω ήρωας, ρίξε μια κλωτσιά».
«Τι θα έκανες διαφορετικά;»
Ο Ματ τον κοίταξε μουτρωμένος. Έπειτα, σήκωσε την κουκούλα του και άπλωσε την ουρά του μανδύα πάνω στον κυλινδρικό μπόγο, που ήταν δεμένος πίσω από την ψηλή ράχη της σέλας. Έστω κι αν είχε το λαδωμένο ύφασμα, δεν θα έβλαπτε λίγη προστασία, ακόμα από τη βροχή. «Εσύ, απλώς, ρίξε μου μια κλωτσιά!» Κέντρισε με τις μπότες του τα πλευρά του αλόγου και άρχισε να καλπάζει στη βροχερή νύχτα.
41
Ο Όρκος ενός Κυνηγού
Καθώς η Χήνα τον Χιονιού προχωρούσε παράλληλα με τις μακριές, πέτρινες αποβάθρες του Ίλιαν, με τα πανιά διπλωμένα και τα κουπιά να την ωθούν, ο Πέριν στεκόταν κοντά στην πρύμνη και παρακολουθούσε τα μεγάλα κοπάδια των μακρυπόδαρων πουλιών να τσαλαβουτούν στα νερά ανάμεσα στα ψηλά χορτάρια, που σχεδόν περικύκλωναν το μεγάλο λιμάνι. Αναγνώριζε τους μικρούς, λευκούς γερανούς και μάντευε ότι τα άλλα ήταν τα μεγαλύτερα, γαλάζια αδέρφια τους. Εντούτοις, πολλά από τα πουλιά με το λοφίο —με κόκκινα ή ροζ πούπουλα, μερικά με επίπεδο ράμφος, πλατύτερο από της πάπιας― δεν τα ήξερε καθόλου. Καμιά δεκαριά είδη γλάρων πετούσαν αργά πάνω από το λιμάνι και ένα μαύρο πουλί με μακρύ, μυτερό ράμφος πετούσε ελάχιστα πιο πάνω από τα νερά, με τη σάρκα κάτω από το ράμφος του να αφήνει ένα αυλάκι. Πλοία τριπλά και τετραπλά σε μέγεθος από τη Χήνα τον Χιονιού ήταν αγκυροβολημένα σε όλη την έκταση του λιμανιού, περιμένοντας τη σειρά τους για τις αποβάθρες, ή για να γυρίσει η παλίρροια και να φύγουν από το μακρύ κυματοθραύστη. Μικρές ψαρόβαρκες έπλεαν κοντά στα έλη και στα ποταμάκια που τα τροφοδοτούσαν, με δυο-τρεις άντρες στην καθεμιά να σέρνουν δίχτυα στερεωμένα σε μεγάλα κοντάρια, που απλώνονταν δεξιά και αριστερά από κάθε βάρκα.
Ο αέρας μύριζε αλμύρα και δεν βοηθούσε να καταλαγιάσει η ζέστη. Ο ήλιος κατηφόριζε προς τον ορίζοντα, αλλά η μέρα ήταν ακόμα σαν μεσημέρι. Ο αέρας ήταν υγρός· μόνο έτσι μπορούσε να τον περιγράψει. Υγρό. Η μύτη του έπιανε μυρωδιές φρέσκων ψαριών από τις βάρκες, μπαγιάτικη ψαρίλα, λασπουριά από τα έλη και την ξινή βρώμα ενός μεγάλου βυρσοδεψείου, που ήταν σε ένα νησί δίχως δέντρα, στα χορτάρια των ελών.
Ο κυβερνήτης Ατάρα μουρμούρισε κάτι χαμηλόφωνα πίσω του, το τιμόνι έτριξε και η Χήνα τον Χιονιού άλλαξε λίγο πορεία. Οι ξυπόλητοι ναύτες δούλευαν τα κουπιά σαν να προσπαθούσαν να μη βγάλουν τον παραμικρό ήχο. Ο Πέριν δεν τους κοίταξε, μόνο το βλέμμα του έπαιξε προς τα κει για μια στιγμή.