Αντιθέτως, κράτησε το βλέμμα του καρφωμένο στο βυρσοδεψείο, παρατηρώντας τους άντρες να ξύνουν τομάρια απλωμένα σε ξύλινα πλαίσια, ενώ κάποιοι άλλοι, με μακριά κοντάρια, έβγαζαν τομάρια από τεράστιες, υπόγειες δεξαμενές. Μερικές φορές στοίβαζαν τα τομάρια σε καροτσάκια και τα κατέβαζαν στο μακρύ, χαμηλό κτίριο στην άκρη του περιβόλου· άλλες φορές, ξανάριχναν τα τομάρια στη δεξαμενή, προσθέτοντας υγρά από μεγάλα κιούπια. Μάλλον έφτιαχναν περισσότερο δέρμα σε μια μέρα απ’ όσο φτιάχνονταν στο Πεδίο του Έμοντ μέσα σε μήνες και ο Πέριν έβλεπε κι άλλο ένα βυρσοδεψείο, σε ένα άλλο νησί, πίσω από το πρώτο.
Όχι ότι τον ενδιέφεραν στ’ αλήθεια τα πλοία και οι ψαρόβαρκες και τα βυρσοδεψεία, ή έστω τα πουλιά —αν κι αναρωτιόταν τι να ψάρευαν άραγε εκείνα τα ροδαλά πουλιά με τα πλατιά ράμφη, που μερικά του φαίνονταν πεντανόστιμα κι έπρεπε να δείχνει αυτοσυγκράτηση― όμως ήταν καλύτερο από το βλέπει τη σκηνή πίσω του, στο κατάστρωμα της Χήνας τον Χιονιού. Απ’ αυτήν, ο πέλεκυς στη ζώνη του δεν θα τον προστάτευε. Ακόμα κι ένας πέτρινος τοίχος δεν θα ήταν αρκετή άμυνα, σκέφτηκε.
Η Μουαραίν ούτε είχε χαρεί, ούτε είχε δυσαρεστηθεί ανακαλύπτοντας ότι η Ζαρίν -δεν θα τη λέω Φάιλε κι ας πάρει αυτή ό,τι όνομα θέλει! Δεν είναι γεράκι!― ήξερε ότι ήταν Άες Σεντάι, αν και ήταν λιγάκι στενοχωρημένη μαζί του, που δεν της το είχε πει. Λιγάκι στενοχωρημένη. Με είπε βλάκα, μα δεν έδειξε τίποτα παραπάνω. Τότε. Τη Μουαραίν δεν φαινόταν να τη νοιάζει αν η Ζαρίν ήταν Κυνηγός ή όχι. Όταν, όμως, έμαθε ότι η κοπέλα πίστευε ότι θα την οδηγούσαν στο Κέρας του Βαλίρ, όταν έμαθε ότι ο Πέριν το ήξερε αυτό και δεν της το είχε πει —κατά τη γνώμη του, η Ζαρίν ήταν κάτι παραπάνω από ειλικρινής γι’ αυτά τα θέματα μιλώντας με τη Μουαραίν― τότε το ψυχρό, γαλάζιο βλέμμα της είχε πάρει μια ένταση που τον έκανε να νιώσει σαν να ήταν κλεισμένος σε ένα βαρέλι με χιόνι μέσα στο καταχείμωνο. Η Άες Σεντάι δεν είπε τίποτα, αλλά συχνά τον κάρφωνε με το βλέμμα για ώρα πολλή κι αυτό τον τάραζε.
Ο Πέριν κοίταξε πάνω από τον ώμο του και γρήγορα ξανάπιασε να μελετά την ακροποταμιά. Η Ζαρίν καθόταν σταυροπόδι στο κατάστρωμα, κοντά στα άλογα, που ήταν μαντρωμένα ανάμεσα στα κατάρτια· είχε δίπλα τα πράγματα και το σκούρο μανδύα της, τις στενές, σχιστές φούστες της τακτοποιημένες και έκανε ότι παρατηρούσε τις στέγες και τους πύργους της πόλης την οποία πλησίαζαν. Και η Μουαραίν, επίσης, μελετούσε το Ίλιαν, λίγο πιο μπροστά από τους άντρες που κωπηλατούσαν, αλλά πού και πού, μέσα από τη βαθιά κουκούλα του πολυτελούς, γκρίζου, μάλλινου μανδύα της, έριχνε μια σκληρή ματιά στην κοπέλα. Πώς αντέχει να το φοράει; Το σακάκι του το είχε ξεκούμπωτο και το πουκάμισό του ανοιχτό στο γιακά.
Η Ζαρίν απαντούσε με ένα χαμόγελο σε κάθε βλέμμα της Μουαραίν, αλλά κάθε φορά που η Μουαραίν γύριζε αλλού, ξεροκατάπινε και σφούγγιζε το μέτωπο της.
Ο Πέριν σχεδόν τη θαύμαζε γι’ αυτό το χαμόγελο, όταν την κοιτούσε η Μουαραίν. Ήταν πολύ περισσότερο απ’ αυτό που θα μπορούσε να κάνει ο ίδιος. Δεν είχε δει ποτέ την Άες Σεντάι να χάνει την ψυχραιμία της, αλλά τώρα μέσα του ευχόταν να του έβαζε τις φωνές, να ξεσπούσε, να έκανε οτιδήποτε άλλο εκτός από το να τον κοιτάζει. Φως μου, όχι κι οτιδήποτε! Ίσως το βλέμμα της να ήταν υποφερτό.
Ο Λαν καθόταν πιο μπροστά στην πλώρη από τη Μουαραίν —ο μανδύας του, που άλλαζε χρώματα, ήταν ακόμα μέσα στα σακίδια που είχε στα πόδια του― κι εξωτερικά φαινόταν να εξετάζει τη λεπίδα του απορροφημένος, αλλά δεν κατέβαλλε ιδιαίτερη προσπάθεια να κρύψει το γεγονός ότι διασκέδαζε. Μερικές φορές, τα χείλη του έμοιαζαν να σουφρώνουν λίγο, να βρίσκονται στα πρόθυρα του χαμόγελου. Ο Πέριν δεν ήταν σίγουρος γι’ αυτό· κάποιες στιγμές του φαινόταν ότι ήταν απλώς μια σκιά. Οι σκιές μπορούσαν να κάνουν κι ένα σφυρί να δείχνει χαμογελαστό. Καθεμιά από τις γυναίκες, προφανώς, πίστευε ότι γελούσε μαζί της, αλλά ο Πρόμαχος δεν φαινόταν να ενοχλείται από τα κατσουφιασμένα βλέμματα που του έριχναν.
Πριν από μερικές μέρες, ο Πέριν είχε ακούσει τη Μουαραίν να ρωτά τον Λαν, με φωνή σαν πάγος, αν έβλεπε κάτι αστείο. «Ποτέ δεν θα γελούσα μαζί σου, Μουαραίν Σεντάι», είχε αποκριθεί γαλήνια, «αλλά αν όντως σκοπεύεις να με στείλεις στη Μυρέλ, τότε πρέπει να συνηθίσω να χαμογελώ. Άκουσα ότι η Μυρέλ λέει αστεία στους Πρόμαχους τους. Ο Γκαϊντίν πρέπει να γελά με τα αστεία αυτής στην οποία έχει δεσμευτεί· εσύ μου έχεις κάνει αρκετά αστεία, σωστά; Ίσως, τελικά, να προτιμούσες να μείνω μαζί σου». Εκείνη του είχε ρίξει μια ματιά που θα είχε καρφώσει στο κατάρτι κάθε άλλο άντρα, αλλά ο Πρόμαχος ούτε που ανοιγόκλεισε τα μάτια. Ο Λαν έκανε το παγωμένο ατσάλι να μοιάζει με ντενεκέ.