Το πλήρωμα είχε μάθει να τραβά κουπί μέσα σε απόλυτη σιωπή όταν ήταν μαζί στο κατάστρωμα η Μουαραίν και η Ζαρίν. Ο καπετάνιος Ατάρα έγερνε το κεφάλι και έμοιαζε σαν να άκουγε κάτι που δεν ήθελε να ακούσει. Έδινε διαταγές με ψιθύρους, αντί για τις φωνάρες της αρχής. Τώρα, όλοι ήξεραν ότι η Μουαραίν ήταν Άες Σεντάι, όπως, επίσης, γνώριζαν και ότι δεν ήταν καθόλου ευχαριστημένη. Ο Πέριν είχε παρασυρθεί και είχε τσακωθεί μεγαλόφωνα με τη Ζαρίν και δεν ήταν σίγουρος ποιος από τους δυο τους είχε πει τις λέξεις «Άες Σεντάι», όμως όλο το πλήρωμα το ήξερε. Άτιμη γυναίκα! Δεν ήξερε αν εννοούσε τη Μουαραίν ή τη Ζαρίν. Αν αυτή είναι το γεράκι, τότε ποια είναι ο αστούριος; Θα μου φορτωθούν δύο γυναίκες σαν κι αυτή; Φως μου! Όχι! Δεν είναι γεράκι, τελεία και παύλα! Το μόνο καλό στην όλη υπόθεση ήταν ότι οι ναύτες, έχοντας τον μπελά μιας θυμωμένης Άες Σεντάι, δεν κοίταζαν δεύτερη φορά τα μάτια του.
Ο Λόιαλ δεν φαινόταν πουθενά προς το παρόν. Ο Ογκιρανός έμενε στη στενή καμπίνα του όποτε ήταν μαζί στο κατάστρωμα η Μουαραίν και η Ζαρίν ― δούλευε τις σημειώσεις του, έλεγε. Ανέβαινε στο κατάστρωμα μόνο τα βράδια, για να καπνίσει την πίπα του. Πώς άντεχε τη ζέστη, ο Πέριν δεν το καταλάβαινε· ακόμα και η Μουαραίν με τη Ζαρίν ήταν προτιμότερες από το να μένει κανείς κάτω από το κατάστρωμα.
Αναστέναξε, χωρίς να χάσει το Ίλιαν από το βλέμμα του. Η πόλη στην οποία πλησίαζε το πλοίο ήταν μεγάλη —ήταν σαν την Καιρχίν και το Κάεμλυν, τις μόνες μεγαλουπόλεις που είχε δει ποτέ του― και ξεπρόβαλλε από έναν πελώριο βάλτο, που απλωνόταν μίλια ολόγυρα, σαν μια πεδιάδα με χορτάρι που κυμάτιζε. Το Ίλιαν δεν είχε καθόλου τείχη, αλλά έμοιαζε να είναι όλο γεμάτο πύργους και παλάτια. Τα κτίρια ήταν όλα φτιαγμένα από πέτρα σε ανοιχτές αποχρώσεις, λευκές, γκρίζες και ροζ, ακόμα και αχνοπράσινες, με εξαίρεση κάποια που έμοιαζαν να είναι καλυμμένα με άσπρο γύψο. Οι κεραμιδένιες στέγες αστραφτοβολούσαν κάτω από τον ήλιο σε χιλιάδες διαφορετικά χρώματα. Οι μακριές αποβάθρες φιλοξενούσαν πλήθος πλοία, που τα περισσότερα έκαναν τη Χήνα τον Χιονιού να μοιάζει νάνος μπροστά τους και έσφυζαν από δραστηριότητα, καθώς οι εργάτες φόρτωναν και ξεφόρτωναν. Στην άλλη άκρη της πόλης υπήρχαν ναυπηγεία, στα οποία μεγάλα πλοία στέκονταν σε διάφορα στάδια της κατασκευής, από σκελετοί με χοντρά ξύλινα πλευρά, μέχρι πλοία έτοιμα να γλιστρήσουν στο λιμάνι.
Ίσως το Ίλιαν να ήταν αρκετά μεγάλο για να διώξει τους λύκους. Σίγουρα, πάντως, δεν θα κυνηγούσαν σε αυτούς τους βάλτους. Η Χήνα τον Χιονιού είχε ξεφύγει από τους λύκους που τον ακολουθούσαν από τα βουνά. Ο Πέριν άνοιξε τώρα επιφυλακτικά το νου του και ένιωσε... το τίποτα. Ένα παράξενα κενό συναίσθημα, δεδομένου ότι αυτό ακριβώς ήθελε. Τα όνειρα που έβλεπε ήταν δικά του —ως επί το πλείστον― μετά την πρώτη εκείνη νύχτα. Η Μουαραίν τον είχε ρωτήσει γι’ αυτά με την ψυχρή φωνή της κι ο Πέριν είχε πει ι ην αλήθεια. Δύο φορές είχε βρεθεί σε εκείνο το παράξενο είδος λυκίσιων ονείρων και τις δύο φορές είχε εμφανιστεί ο Άλτης, που τον είχε κυνηγήσει για να τον διώξει, λέγοντάς του ότι ακόμα ήταν πολύ μικρός, πολύ νέος. Δεν είχε ιδέα τι νόημα είχε βγάλει απ’ αυτό η Μουαραίν, δεν του έλεγε τίποτα, μόνο ότι έπρεπε να προσέχει.
«Κι εγώ το ίδιο λέω», μούγκρισε. Είχε σχεδόν συνηθίσει τον Άλτη να είναι νεκρός αλλά και όχι νεκρός, τουλάχιστον στα λυκίσια όνειρα. Πίσω του, άκουσε τον καπετάνιο Ατάρα να περπατά στο κατάστρωμα, σέρνοντας τις μπότες του και μουρμουρίζοντας κάτι. Ξαφνιάστηκε που κάποιος είχε μιλήσει δυνατά.
Οι ναύτες έριξαν σκοινιά από το πλοίο στη στεριά. Πριν καλά-καλά οι λιμενεργάτες τα δέσουν στους πέτρινους πασσάλους, ο μικροκαμωμένος καπετάνιος έπιασε δουλειά κι άρχισε να ψιθυρίζει με ένταση στο πλήρωμά του. Έβαλε να ετοιμάσουν τις δοκούς για να κατεβάσουν τα άλογα στο λιμάνι, ενώ ήδη έστηναν τη σανιδόσκαλα. Το μαύρο πολεμικό άλογο του Λαν έριξε μια κλωτσιά και παραλίγο να σπάσει τη δοκό που το κράταγε. Το πελώριο άλογο με τα φουντωτά πόδια, που είχε ο Λόιαλ, χρειάστηκε δύο δοκούς.
«Τιμή μου», ψιθύρισε ο Ατάρα στη Μουαραίν με μια υπόκλιση, καθώς εκείνη ανέβαινε στην πλατιά σανιδόσκαλα που κατέληγε στην αποβάθρα. «Τιμή μου που σε υπηρέτησα, Άες Σεντάι». Εκείνη κατέβηκε στη στεριά δίχως να τον κοιτάξει, με το πρόσωπο κρυμμένο στη βαθιά κουκούλα.
Ο Λόιαλ δεν έκανε την εμφάνιση του παρά μόνο όταν όλοι οι άλλοι είχαν κατέβει στην αποβάθρα, καθώς και τα άλογα. Ο Ογκιρανός κατέβηκε με βροντερό βήμα τη σανιδόσκαλα προσπαθώντας να φορέσει το μακρύ σακάκι του, ενώ ταυτοχρόνως κουβαλούσε τα σακίδια, τη ριγέ τυλιγμένη κουβέρτα και το μανδύα σε ένα χέρι. «Δεν ήξερα ότι φτάσαμε», μπουμπούνισε με κομμένη την ανάσα. «Ξαναδιάβαζα τις...» Η φωνή του έσβησε, καθώς έριχνε μια ματιά στη Μουαραίν. Αυτή φαινόταν να κοιτάζει απορροφημένη τον Λαν, που σέλωνε την Αλντίμπ, αλλά τα αυτιά του Ογκιρανού τρεμούλιασαν, σαν νευρικής γάτας.