Выбрать главу

Τις σημειώσεις τον, σκέφτηκε ο Πέριν. Κάποτε θα πρέπει να δω τι λέει για όλα αυτά. Κάτι τον γαργάλησε στο σβέρκο και τινάχτηκε, πριν συνειδητοποιήσει ότι μύριζε μια καθαρή οσμή βοτάνων ανάμεσα στα μπαχαρικά, την πίσσα και τη βρώμα των μόλων.

Η Ζαρίν έπαιξε τα δάχτυλά της, χαμογελώντας του. «Αν μπορώ να το κάνω αυτό με ένα άγγιγμα των δαχτύλων μου, αγροτόπαιδο, αναρωτιέμαι πόσο ψηλά θα πηδούσες αν —;»

Είχε βαρεθεί να μετρά και να ζυγίζει τις ματιές από αυτά τα μαύρα, γερτά μάτια της. Μπορεί να είναι όμορφη, αλλά με κοιτάζει όπως εγώ θα κοίταζα ένα εργαλείο που δεν έχω ξαναδεί και προσπαθώ να καταλάβω πώς κατασκευάστηκε και πώς χρησιμοποιείται.

«Ζαρίν». Η φωνή της Μουαραίν ήταν ψύχραιμη και ατάραχη.

«Λέγομαι Φάιλε», είπε με σταθερό τόνο η Ζαρίν και για μια στιγμή, με την κοφτή μύτη της, έμοιαζε πράγματι με γεράκι.

«Ζαρίν», είπε σταθερά η Μουαραίν, «ήρθε η ώρα να χωρίσουν οι δρόμοι μας. Θα βρεις αλλού καλύτερο Κυνήγι και ασφαλέστερο».

«Δεν νομίζω», είπε εξίσου σταθερά η Ζαρίν. «Ο Κυνηγός πρέπει να ακολουθεί τα ίχνη που βλέπει και κανένας Κυνηγός δεν θα αγνοούσε τα ίχνη που αφήνετε εσείς πίσω σας. Και με λένε Φάιλε». Τα χάλασε στο τέλος ξεροκαταπίνοντας, αλλά δεν ανοιγόκλεισε τα μάτια καθώς αντίκριζε το βλέμμα της Μουαραίν.

«Είσαι βέβαιη;» είπε μαλακά η Μουαραίν. «Είσαι βέβαιη ότι δεν θα αλλάξεις γνώμη... Γεράκι;»

«Είμαι. Ούτε εσύ, ούτε ο Πρόμαχός σου, με το σκληρό πρόσωπο, δεν μπορείτε να κάνετε κάτι για να με εμποδίσετε». Η Ζαρίν κοντοστάθηκε και ύστερα πρόσθεσε αργά, σαν να είχε αποφασίσει να φανεί εντελώς ειλικρινής: «Τουλάχιστον, εσύ δεν θα κάνεις κάτι που να μπορεί να με σταματήσει. Ξέρω κάτι λίγα για τις Άες Σεντάι· ξέρω, παρά τις ιστορίες, ότι υπάρχουν πράγματα που δεν κάνετε ποτέ. Και δεν πιστεύω ότι ο σκληροπρόσωπος θα έκανε αυτό που πρέπει για να με σταματήσει».

«Είσαι τόσο βέβαιη, που θα το διακινδυνέψεις;» Ο Λαν μίλησε χαμηλόφωνα και η έκφραση του δεν άλλαξε, αλλά η Ζαρίν ξεροκατάπιε πάλι.

«Δεν χρειάζεται να την απειλείς, Λαν», είπε ο Πέριν. Ξαφνιάστηκε όταν κατάλαβε ότι αγριοκοίταζε τον Πρόμαχο.

Το βλέμμα της Μουαραίν έκανε και τον ίδιο και τον Πέριν να σωπάσουν. «Νομίζεις ότι ξέρεις τι δεν πρόκειται να κάνει μια Άες Σεντάι, έτσι δεν είναι;» είπε με φωνή πολύ πιο απαλή από πριν. Το χαμόγελό της ήταν κάθε άλλο παρά ευχάριστο. «Αν θέλεις να έρθεις μαζί μας, να τι πρέπει να κάνεις». Ο Λαν βλεφάρισε έκπληκτος·

οι δύο γυναίκες κοιτάζονταν σαν το γεράκι και το ποντίκι, αλλά τώρα το γεράκι δεν ήταν η Φάιλε. «Θα ορκιστείς στον όρκο των Κυνηγών ότι θα κάνεις ό,τι λέω, ότι θα με υπακούς και ότι δεν θα μας αφήσεις. Από τη στιγμή που θα ξέρεις τι κάνουμε, δεν θα σου επιτρέψω να πέσεις σε λάθος χέρια. Άκουσε και κατάλαβε ότι αυτή είναι η αλήθεια, μικρή μου. Θα ορκιστείς να ενεργείς σαν μια από εμάς και να μην κάνεις κάτι που θα θέσει σε κίνδυνο το σκοπό μας. Δεν θα ρωτάς πού πάμε και γιατί· θα σου αρκούν όσα σου λέω. Θα ορκιστείς για όλα αυτά, αλλιώς θα μείνεις εδώ, στο Ίλιαν. Και δεν θα αφήσεις αυτό το βάλτο, παρά μόνο όταν ξαναγυρίσω για να σε ελευθερώσω, ακόμα κι αν μείνεις όλη σου τη ζωή εδώ. Αυτός είναι ο δικός μου όρκος».

Η Ζαρίν γύρισε ανήσυχη το κεφάλι, παρακολουθώντας με το ένα μάτι τη Μουαραίν. «Αν ορκιστώ, θα μπορέσω να σας συνοδεύσω;» Η Μουαραίν ένευσε. «Θα είμαι σαν κι εσάς, ίδια με τον Λόιαλ και τον σκληροπρόσωπο. Αλλά δεν θα μπορώ να κάνω ερωτήσεις. Αυτοί μπορούν;» Η Μουαραίν φάνηκε να χάνει την υπομονή της. Η Ζαρίν όρθωσε το κορμί της και σήκωσε το κεφάλι. «Πολύ καλά, λοιπόν. Ορκίζομαι, στον όρκο που έδωσα ως Κυνηγός. Αν πατήσω τον ένα, θα έχω πατήσει και τους δύο. Το ορκίζομαι!»

«Έγινε», είπε η Μουαραίν κι άγγιξε το μέτωπο της νεαρής· η Ζαρίν ανατρίχιασε. «Αφού μας την έφερες εσύ, Πέριν, θα είναι δική σου ευθύνη».

«Δική μου!» είπε με ψιλή φωνή αυτός.

«Δεν είμαι ευθύνη κανενός, παρά μόνο δική μου!» είπε η Ζαρίν σχεδόν φωνάζοντας.

Η Άες Σεντάι συνέχισε γαλήνια, σαν να μην είχαν ανοίξει το στόμα τους. «Φαίνεται ότι βρήκες το γεράκι της Μιν, τα’βίρεν. Προσπάθησα να την αποθαρρύνω, αλλά φαίνεται ότι θα κουρνιάσει στον ώμο σου, ό,τι κι αν κάνω εγώ. Φαίνεται ότι Σχήμα υφαίνει ένα μέλλον για σένα. Μα τούτο να θυμάσαι. Αν χρειαστεί, θα κόψω το νήμα σου από το Σχήμα. Κι αν η κοπέλα θέσει σε κίνδυνο αυτό που πρέπει να γίνει, τότε θα έχεις κι εσύ τη μοίρα της».

«Δεν της ζήτησα εγώ να έρθει!» διαμαρτυρήθηκε ο Πέριν. Η Μουαραίν καβαλίκεψε ήρεμα την Αλντίμπ κι έσιαξε το μανδύα της πάνω από τη σέλα της λευκής φοράδας. «Δεν τη ζήτησα εγώ!» Ο Λόιαλ τον κοίταξε και σήκωσε τους ώμους, ενώ τα χείλη του σχημάτισαν λέξεις χωρίς να μιλήσει. Το δίχως άλλο, θα ήταν κάποιο ρητό για τους κινδύνους που διέτρεχαν όσοι θύμωναν τις Άες Σεντάι.