«Είσαι τα’βίρεν;» είπε η Ζαρίν με ύφος σαν να μην το πίστευε. Το βλέμμα της πέρασε πάνω από τα γεροφτιαγμένα, χωριάτικα ρούχα του και στάθηκε στα κίτρινα μάτια του. «Ε, μπορεί. Ό,τι κι αν είσαι, αυτή δεν διστάζει να σε απειλήσει, όπως κι εμένα. Ποια είναι η Μιν; Τι εννοεί ότι θα κουρνιάσω στον ώμο σου;» Το πρόσωπό της πήρε μια σκληρή έκφραση. «Αν κάνεις σαν να είσαι υπεύθυνος για μένα, θα σου κόψω τα αυτιά. Με άκουσες;»
Ο Πέριν έκανε μια γκριμάτσα, έχωσε το λυμένο τόξο του κάτω από τα λουριά της σέλας, στα πλευρά του Γοργοπόδη και καβαλίκεψε. Το καφεγκρίζο άλογο, που ήταν νευρικό ύστερα από τόσες μέρες στο πλοίο, χοροπήδησε, πριν το ησυχάσει ο Πέριν κρατώντας σταθερά τα χάμουρα και χαϊδεύοντας το λαιμό του.
«Τίποτα απ’ όσα λες δεν αξίζει απάντηση», μούγκρισε. Η Μιν της το είπε! Που να καείς, Μιν! Να καείς κι εσύ, Μουαραίν! Και η Ζαρίν! Δεν θυμόταν να είχαν βρεθεί ποτέ σε τέτοια κατάσταση ο Ραντ ή ο Ματ, με γυναίκες να τους φοβερίζουν από κάθε μεριά. Ούτε κι ο ίδιος είχε βρεθεί ποτέ σε τέτοια θέση, πριν φύγει από το Πεδίο του Έμοντ. Η Νυνάβε ήταν η μοναδική που το έκανε. Και η κυρά Λούχαν, φυσικά, έκανε κουμάντο στον Πέριν και τον αφέντη Λούχαν παντού, εκτός από το σιδηρουργείο. Και η Εγκουέν έκανε ό,τι ήθελε, αν και κυρίως με τον Ραντ. Η κυρά αλ’Βερ, η μητέρα της Εγκουέν, πάντα ήταν με το χαμόγελο στα χείλη, αλλά συνήθως τα πράγματα γίνονταν όπως τα ήθελε. Και ο Κύκλος των Γυναικών έχωνε τη μύτη του παντού.
Μουρμουρίζοντας μόνος του, άπλωσε το χέρι και έπιασε τη Ζαρίν από το μπράτσο· εκείνη κακάρισε και παραλίγο να της πέσουν τα πράγματα καθώς ο Πέριν την ανέβαζε πίσω του στη σέλα. Με εκείνες τις σχιστές φούστες, της ήταν εύκολο να καβαλικέψει τον Γοργοπόδη. «Η Μουαραίν θα πρέπει να σου αγοράσει άλογο», μουρμούρισε. «Δεν μπορείς να κάνεις τόσο δρόμο με τα πόδια».
«Είσαι δυνατός, σιδερά», είπε η Ζαρίν, τρίβοντας το μπράτσο της, «αλλά εγώ δεν είμαι από σίδερο». Μετακινήθηκε πάνω στη σέλα κι έβαλε ανάμεσά τους τα μπαγκάζια και το μανδύα της. «Μπορώ να αγοράσω μόνη μου άλογο, αν χρειαστεί. Τόσο δρόμο, για πού;»
Ο Λαν ήδη είχε φύγει από το λιμάνι και έμπαινε στην πόλη, με τη Μουαραίν και τον Λόιαλ στο κατόπι του. Ο Ογκιρανός γύρισε και κοίταξε τον Πέριν.
«Όχι ερωτήσεις, το ξέχασες; Και το όνομά μου είναι Πέριν, Ζαρίν. Όχι “άντρακλας” ή “σιδεράς” ή οτιδήποτε άλλο. Πέριν. Πέριν Αϋμπάρα».
«Και το δικό μου είναι Φάιλε, σγουρομάλλη».
Αφήνοντας έναν ήχο που έμοιαζε με γρύλισμα, κλώτσησε τον Γοργοπόδη για να ακολουθήσει τους άλλους. Η Ζαρίν αναγκάστηκε να τον αγκαλιάσει βιαστικά από τη μέση, για να μην πέσει από τη σέλα. Του φάνηκε ότι γελούσε πίσω του.
42
Το Βόλεμα του Ασβού
Η οχλοβοή της πόλης δεν άργησε να πνίξει το γέλιο της Ζαρίν —αν ήταν γέλιο εκείνο― μέσα στον ορυμαγδό που θυμόταν ο Πέριν από το Κάεμλυν και την Καιρχίν. Οι ήχοι εδώ πέρα ήταν αλλιώτικοι, πιο αργοί και σε άλλους τόνους, αλλά παράλληλα ίδιοι. Μπότες, ρόδες και οπλές πάνω στις σκληρές, ανώμαλες πέτρες των στενών δρόμων, κάρα, άμαξες και άξονες που έσκουζαν, μουσικές, τραγούδια και γέλια, που ακούγονταν από πανδοχεία και ταβέρνες. Φωνές. Μια βουή από φωνές, σαν να έχωνε το κεφάλι του σε μια γιγαντιαία κυψέλη. Μια λαμπρή πόλη, που ζούσε.
Από ένα πλαϊνό δρομάκι άκουσε την κλαγγή ενός σφυριού πάνω σε αμόνι και ασυναίσθητα κούνησε τους ώμους του. Του έλειπαν το σφυρί και οι λαβίδες στα χέρια, όπως και το λευκοπυρωμένο μέταλλο, που τίναζε σπίθες από τα χτυπήματα του καθώς του έδινε μορφή. Ο ήχος του σιδηρουργείου έσβησε πίσω του, θάφτηκε κάτω από το σαματά που έκαναν τα κάρα, οι άμαξες και η φλυαρία από τους μαγαζάτορες και τους περαστικούς. Κάτω από όλες τις οσμές ανθρώπων και αλόγων, φαγητών που έβραζαν και ψήνονταν, κάτω από εκατό οσμές που είχε διακρίνει μόνο στις πόλεις, βρισκόταν η μυρωδιά του έλους και του αλμυρού νερού.
Ξαφνιάστηκε την πρώτη φορά που βρήκαν γέφυρα μέσα στην πόλη —μια χαμηλή, πέτρινη καμάρα, πάνω από ένα ρυάκι πλάτους το πολύ τριάντα βημάτων― αλλά στην τρίτη παρόμοια γέφυρα κατάλαβε ότι το Ίλιαν το διέτρεχαν τόσα ποταμάκια όσα και δρόμοι, ενώ οι άνθρωποι ήταν εξίσου συνηθισμένοι να σπρώχνουν με κοντάρια φορτωμένες βάρκες όσο και να χτυπούν με το μαστίγιο τα άλογα για να μετακινήσουν βαριά κάρα. Ανάμεσα στα πλήθη των δρόμων ελίσσονταν χειράμαξες και, αραιά και πού, οι στιλβωμένες άμαξες κάποιων πλούσιων εμπόρων, ή ευγενών, με θυρεούς ή διακριτικά Οίκων ζωγραφισμένα φαρδιά-πλατιά στις πόρτες τους. Πολλοί από τους άντρες έτρεφαν ιδιόμορφες γενειάδες, που άφηναν το πάνω χείλος γυμνό, ενώ οι γυναίκες έμοιαζαν να προτιμούν καπέλα με μεγάλο γείσο και φουλάρια, τα οποία τα έδεναν στο λαιμό τους.