Выбрать главу

Κάποια στιγμή διέσχισαν μια μεγάλη πλατεία, εμβαδού αρκετών τομαριών, που την έζωναν πελώριες κολώνες από άσπρο μάρμαρο, ύψους τουλάχιστον δεκαπέντε απλωσιών και πλάτους δέκα, που δεν στήριζαν παρά ένα στεφάνι από σμιλεμένα κλαριά ελιάς στην κορυφή τους. Σε αντικριστές πλευρές της πλατείας ορθώνονταν δύο πελώρια, λευκά παλάτια, γεμάτα φαρδιές βεράντες και διαδρόμους με κιονοστοιχίες, λιγνούς πύργους και άλικες στέγες. Εκ πρώτης όψεως, κάθε παλάτι καθρέφτιζε το άλλο επακριβώς, αλλά ο Πέριν, ύστερα, κατάλαβε ότι το ένα ήταν κατά ένα ελάχιστο ποσοστό μικρότερο του άλλου σε κάθε διάσταση και οι πύργοι του ήταν, ίσως, ένα βήμα μικρότεροι.

«Το Παλάτι του Βασιλιά», είπε η Ζαρίν πίσω από την πλάτη του, «και η Μεγάλη Αίθουσα του Συμβουλίου. Λέγεται ότι ο πρώτος Βασιλιάς του Ίλιαν είπε ότι τα μέλη του Συμβουλίου των Εννιά μπορούσαν να έχουν ό,τι παλάτι ήθελαν, αρκεί να μην το έφτιαχναν μεγαλύτερο από το δικό του. Έτσι, το Συμβούλιο αντέγραψε ακριβώς το παλάτι του Βασιλιά, αλλά μισό μέτρο μικρότερο σε κάθε τι. Έτσι γίνεται από τότε στο Ίλιαν. Ο Βασιλιάς και το Συμβούλιο των Εννιά μονομαχούν και η Συνέλευση παλεύει και με τους δύο, ενώ όσο αυτοί συνεχίζουν να μάχονται, ο λαός ζει σχεδόν όπως επιθυμεί, σχεδόν χωρίς να κανένας να κοιτάζει συνεχώς πάνω από τον ώμο του. Δεν είναι άσχημη ζωή, αν πρέπει να ζεις σε μια πόλη. Επίσης, σιδερά, νομίζω ότι θα ήθελες να μάθεις ότι αυτή είναι η Πλατεία του Ταμούζ, όπου έδωσα τον Όρκο των Κυνηγών. Κάτι μου λέει ότι θα σου μάθω τόσα πολλά, που δεν θα προσέξει κανείς χα άχυρα στα μαλλιά σου».

Ο Πέριν, με μεγάλο κόπο, κατάφερε να κρατήσει το στόμα του κλειστό και αποφάσισε άλλη φορά να μην κοιτάζει έτσι απροκάλυπτα.

Κανένας δεν φάνηκε να θεωρεί τον Λόιαλ ασυνήθιστο. Κάποιοι τον κοίταξαν και δεύτερη φορά, ενώ μερικά παιδάκια τους πήραν τρέχοντας στο κατόπι για λίγο, αλλά απ’ ό,τι φαινόταν, οι Ογκιρανοί δεν ήταν κάτι άγνωστο στο Ίλιαν. Επίσης, κανένας δεν έδινε σημασία στη ζέστη και την υγρασία.

Αυτή τη φορά, ο Λόιαλ δεν φαινόταν ευχαριστημένος με την αποδοχή του πλήθους. Τα μακριά φρύδια του είχαν πέσει ως τα μάγουλά του και τα αυτιά του είχαν κρεμάσει, αν και ο Πέριν ήταν βέβαιος πως δεν έφταιγε γι αυτό μόνο ο αέρας. Το πουκάμισο του σιδερά κολλούσε πάνω του, από τον ιδρώτα και τον υγρό αέρα.

«Φοβάσαι μήπως βρεις κι άλλους Ογκιρανούς εδώ, Λόιαλ;» ρώτησε. Ένιωσε τη Ζαρίν να σαλεύει στην πλάτη του και έβρισε τη στιγμή που είχε ανοίξει το στόμα του. Ήθελε να λέει όσο το δυνατόν λιγότερα σε αυτή τη γυναίκα, ακόμα πιο λίγα απ’ όσα της έλεγε η Μουαραίν. Ίσως, έτσι να την έπιανε βαρεμάρα και να έφευγε. Αν η Μουαραίν την αφήσει να φύγει τώρα πια. Που να καώ, δεν θέλω άλλο γεράκι να κουρνιάσει στον ώμο μου, ακόμα κι αν είναι όμορφη.

Ο Λόιαλ ένευσε. «Μερικές φορές έρχονται εδώ οι λιθοξόοι μας». Μιλούσε σχεδόν ψιθυριστά, όχι μόνο για τους Ογκιρανούς, αλλά και για τους ανθρώπους. Ακόμα και ο Πέριν μόλις που τον άκουγε. «Εννοώ από το Στέντιγκ Σανγκτάι. Λιθοξόοι από το δικό μας στέντιγκ κατασκεύασαν ένα μέρος του Ίλιαν —το Παλάτι της Συνέλευσης, τη Μεγάλη Αίθουσα του Συμβουλίου, καθώς και κάποια άλλα― και πάντα ζητούν εμάς όταν χρειάζονται επισκευές. Πέριν, αν υπάρχουν Ογκιρανοί εδώ, θα με πάρουν πίσω, στο στέντιγκ. Κακώς δεν το σκέφτηκα πρωτύτερα. Αυτό το μέρος μου φέρνει ανησυχία, Πέριν». Τα αυτιά του σάλεψαν νευρικά.

Ο Πέριν πλησίασε τον Λόιαλ με τον Γοργοπόδη και του χάιδεψε τον ώμο. Χρειάστηκε να απλώσει πολύ το χέρι πάνω από το κεφάλι του. Νιώθοντας έντονα την παρουσία της Ζαρίν πίσω του, διάλεξε τα λόγια του με προσοχή. «Λόιαλ, δεν πιστεύω ότι η Μουαραίν θα αφήσει να σε πάρουν. Έχεις πολύ καιρό με εμάς και δείχνει να σε θέλει μαζί μας. Δεν θα τους αφήσει να σε πάρουν, Λόιαλ». Γιατί όχι; αναρωτήθηκε ξαφνικά. Με κρατάει επειδή νομίζει ότι είμαι σημαντικός για τον Ραντ και, ίσως, επειδή δεν θέλει να πω σε κανέναν αυτά που ξέρω. Ίσως γι’ αυτό θέλει και τον Λόιαλ κοντά.

«Φυσικά δεν θα με άφηνε», είπε ο Λόιαλ με κάπως πιο δυνατή φωνή και τα αυτιά του σηκώθηκαν. «Στο κάτω-κάτω, είμαι χρήσιμος. Ίσως χρειαστεί να ταξιδέψει ξανά στις Οδούς και δεν μπορεί χωρίς εμένα». Η Ζαρίν σάλεψε στην πλάτη του Πέριν και εκείνος κούνησε το κεφάλι, προσπαθώντας να πιάσει το βλέμμα του Λόιαλ. Όμως, ο Λόιαλ δεν τον κοίταζε. Έμοιαζε να έχει μόλις συνειδητοποιήσει τι είχε πει και οι άκρες των αυτιών του είχαν πέσει λίγο. «Ελπίζω να μη συμβαίνει αυτό, Πέριν». Ο Ογκιρανός κοίταξε την πόλη ολόγυρά τους και τα αυτιά του ξανάπεσαν. «Δεν μου αρέσει αυτό το μέρος, Πέριν».