Η Μουαραίν πλησίασε τον Λαν με το άλογό της και μίλησε χαμηλόφωνα, αλλά ο Πέριν κατόρθωσε να ακούσει τα λόγια της. «Κάτι δεν πάει καλά σε αυτή την πόλη». Ο Πρόμαχος ένευσε.
Ο Πέριν ένιωσε μια φαγούρα ανάμεοα στους ώμους του. Η Άες Σεντάι είχε ένα βλοσυρό τόνο. Πρώτα ο Λόιαλ και τώρα αυτή. Τι είναι αυτό που δεν βλέπω; Το δυνατό φως του ήλιου χυνόταν στις αστραφτερές κεραμιδοσκεπές, άστραφτε στους ανοιχτόχρωμους, πέτρινους τοίχους. Αυτά τα κτίσματα έδειχναν ότι μέσα θα ήταν δροσερά. Τα κτίρια ήταν καθαρά και λαμπερά, το ίδιο και οι άνθρωποι. Οι άνθρωποι.
Στην αρχή δεν είδε τίποτα που να ξεφεύγει από τα συνηθισμένα. Άντρες και γυναίκες που πηγαινοέρχονταν στις δουλειές τους, κάθε άλλο παρά αργόσχολα, αλλά πιο αργά απ’ όσο είχε συνηθίσει στα βόρεια. Του φάνηκε ότι έφταιγε η ζέστη και ο αστραφτερός ήλιος. Έπειτα, πρόσεξε το βοηθό ενός αρτοποιού, που προχωρούσε στο δρόμο με ένα μεγάλο δίσκο γεμάτο φρεσκοψημένα καρβέλια να ισορροπεί στο κεφάλι του· ο νεαρός είχε μια γκριμάτσα στο πρόσωπο, σαν ζώο που γρυλίζει απειλητικά. Μια γυναίκα μπροστά από ένα υφαντήριο έμοιαζε έτοιμη να δαγκώσει τον άντρα που της σήκωνε στον αέρα πολύχρωμα τόπια ύφασμα, για να τα εξετάσει με το βλέμμα της. Ένας ταχυδακτυλουργός στη γωνιά του δρόμου έτριζε τα δόντια και κάρφωνε με τα μάτια τους ανθρώπους που έριχναν κέρματα στο καπέλο μπροστά του, με ύφος σαν να τους μισούσε. Δεν είχαν όλοι τέτοιες εκφράσεις, αλλά του φαινόταν ότι τουλάχιστον ένα πρόσωπο στα πέντε ήταν γεμάτο θυμό και μίσος. Και του φαινόταν πως ούτε καν το αντιλαμβάνονταν.
«Τι συμβαίνει;» ρώτησε η Ζαρίν. «Σφίγγεσαι. Νιώθω σαν να κρατιέμαι από βράχο».
«Κάτι δεν πάει καλά», της είπε. «Δεν ξέρω τι, αλλά κάτι δεν πάει καλά». Ο Λόιαλ ένευσε λυπημένα και μουρμούρισε ότι θα τον έπαιρναν πίσω.
Τα κτίρια γύρω τους άρχισαν να αλλάζουν όπως η ομάδα προχωρούσε, περνώντας κι άλλες γέφυρες καθώς διέσχιζαν το Ίλιαν για να πάνε στην άλλη μεριά του. Τώρα, οι ανοιχτόχρωμες πέτρες ήταν άλλοτε στιλβωμένες κι άλλοτε τραχιές. Οι πύργοι και τα παλάτια χάθηκαν και τη θέση τους πήραν πανδοχεία και αποθήκες. Πολλοί από τους άντρες στο δρόμο, καθώς και αρκετές γυναίκες, είχαν ένα παράξενο, πηδηχτό βήμα· όλοι ήταν ξυπόλητοι, κάτι που ο νους του συσχέτιζε με τους ναύτες. Ο αέρας μύριζε έντονα πίσσα και κάνναβη και υπήρχε μια οσμή από ξύλα, πρόσφατα κομμένα, καθώς και ξεραμένα, ενώ παντού απλωνόταν η μυρωδιά της ξινής λάσπης. Και σαν να μην έφτανε αυτό, οι οσμές των καναλιών άλλαζαν και έκαναν τον Πέριν να σουφρώνει τη μύτη. Δοχεία νυκτός, σκέφτηκε. Δοχεία νυκτός και παλιά αποχωρητήρια. Του προκαλούσαν αναγούλα.
«Η Γέφυρα των Λουλουδιών», ανακοίνωσε ο Λαν καθώς περνούσαν άλλη μια χαμηλή γέφυρα. Πήρε μια βαθιά ανάσα. «Και τώρα είμαστε στην Αρωματισμένη Συνοικία. Οι Ιλιανοί είναι ποιητικός λαός».
Η Ζαρίν έπνιξε ένα γέλιο στην πλάτη του Πέριν.
Ο Πρόμαχος, σαν να είχε μπουχτίσει πια τον αργό ρυθμό του Ίλιαν, τους οδήγησε γρήγορα μέσα από τους δρόμους, πηγαίνοντάς τους σε ένα πανδοχείο ― ένα μονώροφο κτίριο από αστίλβωτη πέτρα με πράσινες φλέβες, που είχε λαχανί κεραμίδια στη στέγη.
Έπεφτε το σούρουπο και το φως μαλάκωνε καθώς ο ήλιος έδυε. Αυτό τους πρόσφερε κάποια ανακούφιση από τη ζέστη, μα όχι πολύ. Οι νεαροί, που κάθονταν στα πεζούλια ίππευσης μπροστά από το πανδοχείο, έσπευσαν να τους πάρουν τα άλογα. Ένα μελαχρινό αγοράκι, περίπου δέκα χρόνων, ρώτησε τον Λόιαλ μήπως ήταν Ογκιρανός και όταν ο Λόιαλ αποκρίθηκε ότι ναι, ήταν, τότε το αγόρι είπε «καλά το κατάλαβα» με έναν τόνο ικανοποίησης. Οδήγησε αλλού το άλογο του Λόιαλ, πετώντας στον αέρα και ξαναπιάνοντας το χάλκινο νόμισμα που του είχε δώσει ο Ογκιρανός.
Ο Πέριν κοίταξε συνοφρυωμένος την ταμπέλα του πανδοχείου για μια στιγμή και μετά ακολούθησε μέσα τους υπόλοιπους. Ένας ασβός με άσπρες ρίγες χόρευε στα πίσω πόδια του, μαζί με έναν άντρα που έμοιαζε να κρατά ένα ασημένιο φτυάρι. Το Βόλεμα του Ασβού, έλεγε. Θα είναι κάποια ιστορία που δεν έτυχε να ακούσω.
Η κοινή αίθουσα είχε ροκανίδι στο πάτωμα και ο καπνός του ταμπάκ πλανιόταν στον αέρα. Επίσης, μύριζε κρασί και ψάρια που ψήνονταν στην κουζίνα, καθώς και ένα βαρύ, λουλουδάτο άρωμα. Τα καδρόνια του ψηλού ταβανιού ήταν κακοπλανισμένα και είχαν μαυρίσει από τον καιρό. Τόσο νωρίς το απόγευμα, ήταν πιασμένες μόνο μία στις τέσσερις θέσεις εκεί στα σκαμνιά και στους πάγκους, από ανθρώπους που φορούσαν απλά εργατικά σακάκια και γιλέκα, ενώ μερικοί ήταν ξυπόλητοι, σαν ναύτες. Όλοι κάθονταν όσο πιο κολλητά μεταξύ τους γινόταν σε ένα τραπέζι· εκεί, μια ομορφούλα μαυρομάτα, αυτή που φορούσε το άρωμα, έπαιζε ένα δωδεκάχορδο μπίτερν και χόρευε πάνω στο τραπέζι τινάζοντας τη φούστα της. Η φαρδιά, άσπρη μπλούζα της είχε ένα εξαιρετικά βαθύ ντεκολτέ. Ο Πέριν αναγνώρισε το σκοπό ―«Η Κοπελιά που Χόρευε»― αλλά τα λόγια που τραγουδούσε το κορίτσι ήταν διαφορετικά από εκείνα που ήξερε.