Ο Πέριν κούνησε το κεφάλι. Δεν πιστεύει στο χιόνι; Μα αφού η Νιέντα θεωρούσε αυτό τον καιρό ψυχρό, δεν ήταν παράξενο.
Η Μουαραίν έσκυψε σκεφτική το κεφάλι κι η κουκούλα έκρυψε στη σκιά το πρόσωπό της.
Η κοπέλα στο τραπέζι άρχιζε καινούρια στροφή κι ο Πέριν, ασυναίσθητα, τέντωσε τα αυτιά του για να ακούσει. Δεν είχε ακούσει ποτέ του για γυναίκα που να κάνει έστω και κατά προσέγγιση αυτά που έλεγε το τραγούδι, αλλά του φάνηκε ενδιαφέρον. Πρόσεξε ότι η Ζαρίν τον παρακολουθούσε που άκουγε και προσπάθησε να προσποιηθεί ότι δεν είχε δώσει σημασία.
«Τι το ασυνήθιστο συνέβη στο Ίλιαν τώρα τελευταία;» είπε τελικά η Μουαραίν.
«Φαντάζομαι θα έλεγες ασυνήθιστη την άνοδο του Άρχοντα Μπρεντ στο Συμβούλιο των Εννιά», είπε η Νιέντα. «Που να με φάει η μοίρα μου, δεν θυμάμαι να άκουσα ποτέ το όνομά του πριν από το χειμώνα, αλλά ήρθε στην πόλη —από κάπου κοντά στα σύνορα με το Μουράντυ, έτσι ψιθυρίζεται― και μπήκε στο Συμβούλιο μέσα σε μία βδομάδα. Λέγεται ότι είναι καλός άνθρωπος, ότι είναι ο ισχυρότερος από τους Εννιά —λένε ότι όλοι ακολουθούν τις διαταγές του, παρ’ όλο που είναι νέος και άγνωστος― αλλά μερικές φορές τον βλέπω σε παράξενα όνειρα».
Η Μουαραίν είχε ανοίξει το στόμα —για να πει στη Νιέντα ότι εννοούσε τις τελευταίες νύχτες, ο Πέριν ήταν σίγουρος γι’ αυτό― αλλά δίστασε και, τελικά, είπε: «Τι είδους παράξενα όνειρα, Νιέντα;»
«Α, χαζομάρες, κυρά Μαρί. Κάτι χαζομάρες είναι. Στ’ αλήθεια θέλεις να τα ακούσεις; Όνειρα με τον Άρχοντα Μπρεντ σε παράξενα μέρη, να περπατάει σε γέφυρες που κρέμονται στον αέρα. Είναι θολά αυτά τα όνειρα, μα έρχονται κάθε βράδυ. Άκουσες ποτέ σου τέτοιο πράγμα; Χαζομάρες. Που να με φάει η μοίρα μου! Μα είναι πράγματι παράξενα. Ο Μπίλι λέει ότι βλέπει κι αυτός τα ίδια όνειρα. Νομίζω ότι ακούει τα δικά μου όνειρα και τα αντιγράφει. Ο Μπίλι δεν είναι πολύ έξυπνος μερικές φορές, νομίζω».
«Ίσως τον αδικείς», είπε απαλά η Μουαραίν.
Ο Πέριν κοίταξε τη σκοτεινή κουκούλα της. Ακουγόταν ταραγμένη, πιο ταραγμένη κι από τότε που νόμιζε ότι ένας καινούριος ψεύτικος Δράκοντας είχε εμφανιστεί στην Γκεάλνταν. Δεν μύριζε φόβο πάνω της, αλλά... η Μουαραίν ήταν φοβισμένη. Τούτη η σκέψη ήταν πολύ πιο τρομακτική κι από το να ήταν θυμωμένη. Ο Πέριν μπορούσε να τη φανταστεί θυμωμένη· ο νους του δεν μπορούσε να τη συλλάβει τρομαγμένη.
«Όλο λέω και σταματημό δεν έχω», είπε η Νιέντα χαϊδεύοντας τον κότσο στο σβέρκο της. «Λες κι είναι σημαντικά τα ανόητα όνειρά μου». Χαχάνισε ξανά. Ήταν ένα σύντομο χαχάνισμα· δεν ήταν το ανόητο γελάκι που είχε αφήσει πριν, όταν έλεγε ότι δεν πίστευε στο χιόνι. «Φαίνεσαι κουρασμένη, κυρά Μαρί. Θα σας δείξω τα δωμάτιά σας. Και μετά θα φάτε φρέσκο κοκκινόριγο, για να χορτάσετε».
Κοκκινόριγο; Πρέπει να ήταν ψάρι, σκέφτηκε· του μύριζε ψάρι που μαγειρευόταν.
«Δωμάτια», είπε η Μουαραίν. «Ναι. Θέλουμε δωμάτια. Το φαγητό ας περιμένει. Πλοία. Νιέντα, τι πλοία σαλπάρουν για το Δάκρυ; Νωρίς, με την αυγή. Έχω να κάνω κάτι απόψε». Ο Λαν την κοίταξε σμίγοντας τα φρύδια.
«Για το Δάκρυ, κυρά Μαρί;» Η Νιέντα γέλασε. «Μα, δεν υπάρχει κανένα καράβι για το Δάκρυ. Οι Εννιά απαγορεύουν να σαλπάρει πλοίο για το Δάκρυ, έχει ένα μήνα τώρα, όπως και να πιάσει εδώ πλοίο από το Δάκρυ, αν και νομίζω ότι οι Θαλασσινοί δεν δίνουν σημασία. Αλλά δεν υπάρχει πλοίο Θαλασσινών στο λιμάνι. Αυτό είναι παράξενο. Η διαταγή των Εννιά εννοώ και που ο Βασιλιάς δεν είπε τίποτα γι’ αυτό, ενώ πάντα υψώνει τη φωνή του όταν κάνουν ένα βήμα χωρίς να τους οδηγεί αυτός. Ή, ίσως, να μην είναι ακριβώς έτσι. Όλο ακούς για πόλεμο με το Δάκρυ, αλλά οι ναυτικοί και οι αμαξάδες, που κουβαλάνε προμήθειες στο στρατό, λένε ότι όλοι οι στρατιώτες είναι παραταγμένοι στο βορρά, προς το Μουράντυ».
«Τα μονοπάτια της Σκιάς είναι κουβαριασμένα», είπε η Μουαραίν με πνιχτή φωνή. «Θα κάνουμε ό,τι πρέπει να γίνει. Τα δωμάτια, Νιέντα. Και μετά θα δειπνήσουμε, όπως είπες».
Το δωμάτιο του Πέριν ήταν πιο άνετο απ’ όσο περίμενε, κρίνοντας από την όψη του Ασβού. Το κρεβάτι ήταν πλατύ, το στρώμα μαλακό. Η πόρτα ήταν φτιαγμένη από γερτά φύλλα ξύλου κι όταν άνοιξε τα παράθυρα, μια αύρα μπήκε στο δωμάτιο, φέρνοντας μαζί της τις μυρωδιές του λιμανιού. Και κάποιες από τα κανάλια, επίσης, αλλά τουλάχιστον η αύρα ήταν δροσερή. Κρέμασε το μανδύα του σε ένα κρεμαστάρι, μαζί με τη φαρέτρα και το τσεκούρι και ακούμπησε το τόξο στη γωνία. Τα υπόλοιπα τα άφησε στα σακίδια της σέλας και στην τυλιγμένη κουβέρτα του. Η νύχτα μπορεί να μην τους χάριζε ανάπαυση.