Выбрать главу

Αν προηγουμένως η Μουαραίν είχε ακουστεί φοβισμένη, δεν ήταν τίποτα σε σύγκριση με τη στιγμή που είχε πει ότι κάτι έπρεπε να κάνει απόψε. Για μια στιγμή, τότε, η οσμή του φόβου είχε ξεχυθεί από πάνω της, σαν από γυναίκα που ανακοινώνει ότι θα βάλει το χέρι σε φωλιά σφηκών και θα τις λιώσει με τα γυμνά δάχτυλά της. Τι στο Φως σκαρώνει; Αν η Μουαραίν φοβάται, εγώ θα έπρεπε να είμαι έντρομος.

Αλλά συνειδητοποίησε ότι δεν ήταν. Δεν ήταν έντρομος, ούτε καν φοβισμένος. Ένιωθε... έξαψη. Ήταν έτοιμος για να αντιμετωπίσει κάτι που θα συνέβαινε, σχεδόν ενθουσιώδης. Αποφασισμένος. Αναγνώριζε τα συναισθήματα αυτά. Ήταν αυτό που ένιωθαν οι λύκοι πριν πολεμήσουν. Που να καώ, καλύτερα να ένιωθα φόβο!

Ήταν ο πρώτος, εκτός από τον Λόιαλ, που ξανακατέβηκε στην κοινή αίθουσα. Η Νιέντα τους είχε στρώσει ένα μεγάλο τραπέζι και είχε βάλει καρέκλες με ράχη γύρω του, αντί για πάγκους. Είχε βρει ακόμα και μια καρέκλα που χωρούσε τον Λόιαλ. Η κοπέλα στην άλλη άκρη του δωματίου τραγουδούσε για έναν πλούσιο έμπορο, ο οποίος, έχοντας χάσει τα άλογά του με κάποιον απίστευτο τρόπο, είχε αποφασίσει, για κάποιο λόγο, να ζευτεί και να τραβήξει ο ίδιος την άμαξά του. Οι άντρες, που άκουγαν το τραγούδι ολόγυρά της, είχαν ξεκαρδιστεί στα γέλια. Τα παράθυρα έδειχναν ότι το σκοτάδι έπεφτε πιο γρήγορα απ’ όσο υπολόγιζε ο Πέριν ο αέρας είχε μια μυρωδιά που προμήνυε βροχή.

«Το πανδοχείο έχει δωμάτιο για Ογκιρανούς», είπε ο Λόιαλ καθώς ο Πέριν καθόταν. «Απ’ ό,τι φαίνεται, το ίδιο συμβαίνει με όλα τα ξενοδοχεία στο Ίλιαν, επειδή θέλουν να έχουν την πελατεία των Ογκιρανών όταν έρχονται οι λιθοξόοι. Η Νιέντα ισχυρίζεται ότι είναι καλοτυχία να έχεις Ογκιρανό κάτω από τη σκεπή σου. Δεν νομίζω να έρχονται πολλοί. Οι κατασκευαστές πάντα μένουν μαζί όταν πάνε Έξω για να δουλέψουν. Οι άνθρωποι είναι πολύ βιαστικοί και οι Πρεσβύτεροι πάντα φοβούνται ότι θα ανάψουν τα πνεύματα και ότι όλο και κάποιος θα τραβήξει το τσεκούρι του». Κοίταξε τους άντρες γύρω από την τραγουδίστρια, σαν να υποψιαζόταν ότι αυτό θα έκαναν. Τα αυτιά του ήταν πάλι κρεμασμένα.

Ο πλούσιος έμπορος έχανε την άμαξά του, προκαλώντας κι άλλα γέλια. «Βρήκες αν υπάρχουν στο Ίλιαν Ογκιρανοί από το Στέντιγκ Σανγκτάι;»

«Υπήρχαν, αλλά η Νιέντα λέει ότι έφυγαν το χειμώνα. Είπε ότι δεν είχαν τελειώσει τη δουλειά τους. Οι κατασκευαστές δεν θα άφηναν μισοτελειωμένη δουλειά, παρά μόνο αν ήταν απλήρωτοι και η Νιέντα είπε ότι δεν ήταν αυτό. Ένα πρωί, έτσι απλά, είχαν φύγει, αν και κάποιος τους είδε να περπατούν τη νύχτα στην Οδό Μαρέντο, το δρόμο που διασχίζει το έλος. Πέριν, δεν μου αρέσει αυτή η πόλη. Δεν ξέρω γιατί, αλλά μου προκαλεί... αναστάτωση».

«Οι Ογκιρανοί», είπε ο Μουαραίν, «είναι ευαίσθητοι σε τέτοια πράγματα». Ακόμα έκρυβε το πρόσωπό της, αλλά η Νιέντα φαίνεται ότι είχε στείλει κάποιον να της αγοράσει ένα ελαφρύ μανδύα από σκούρο γαλάζιο λινό. Η οσμή του φόβου είχε χαθεί από πάνω της, αλλά η φωνή της έδειχνε ότι κατέβαλλε μεγάλη προσπάθεια για να διατηρήσει την αυτοκυριαρχία της. Ο Λαν της τράβηξε την καρέκλα· το βλέμμα του έδειχνε ανησυχία.

Η Ζαρίν ήταν η τελευταία που κατέβηκε, περνώντας τα δάχτυλα από τα μόλις λουσμένα μαλλιά της. Η μυρωδιά των βοτάνων γύρω της ήταν δυνατότερη από ποτέ. Κοίταξε την πιατέλα που είχε ακουμπήσει η Νιέντα στο τραπέζι και μουρμούρισε μέσα από τα δόντια της. «Σιχαίνομαι τα ψάρια», είπε δυνατά.

Η σωματώδης γυναίκα είχε φέρει τα φαγητά σε ένα καροτσάκι με ράφια· σε μερικά σημεία ήταν σκουριασμένο, σαν να το είχε βγάλει βιαστικά από την αποθήκη, προς τιμή της Μουαραίν. Τα πιάτα ήταν από φίνα πορσελάνη των Θαλασσινών, αν και μερικά ήταν σπασμένα στο χείλος.

«Φάε», είπε η Μουαραίν, κοιτάζοντας κατάματα τη Ζαρίν. «Μην ξεχνάς ότι κάθε γεύμα μπορεί να είναι το τελευταίο σου. Διάλεξες να ταξιδέψεις μαζί μας, οπότε απόψε θα φας ψάρι. Αύριο, ίσως πεθάνεις».

Ο Πέριν δεν αναγνώριζε τα σχεδόν στρογγυλά, άσπρα ψάρια με τις κόκκινες ρίγες, αλλά μύριζαν όμορφα. Έβαλε δύο στο πιάτο του με το πιρούνι του σερβιρίσματος και μασώντας, χαμογέλασε στη Ζαρίν. Και η γεύση τους, επίσης, ήταν καλή, ελαφρώς πικάντικη. Φάε το παλιοψάρι σου, γεράκι, σκέφτηκε. Σκέφτηκε, επίσης, ότι η Ζαρίν έμοιαζε έτοιμη να τον δαγκώσει.

«Θέλεις να σταματήσω την τραγουδίστρια, κυρά Μαρί;» ρώτησε η Νιέντα. Άφηνε στο τραπέζι γαβάθες με μπιζέλια και κάποιον πηχτό, κίτρινο χυλό. «Για να φάτε με την ησυχία σας;»

Η Μουαραίν κοίταζε το πιάτο της και δεν έδειξε να την ακούει.

Ο Λαν έστρεψε εκεί την προσοχή του για ένα λεπτό —ο έμπορος είχε ήδη χάσει, διαδοχικά, την άμαξά του, το μανδύα του, τις μπότες του, το χρυσάφι του και τα υπόλοιπα ρούχα του και είχε καταντήσει να παλεύει με ένα γουρούνι για να βγάλει το φαΐ του — και κούνησε το κεφάλι. «Δεν μας ενοχλεί». Για μια στιγμή, παραλίγο να χαμογελάσει και μετά κοίταξε τη Μουαραίν. Στα μάτια του ξαναφάνηκε η ανησυχία.