Выбрать главу

«Τι δεν πάει καλά;» είπε η Ζαρίν. Δεν είχε δώσει σημασία στα ψάρια. «Ξέρω ότι κάτι τρέχει. Βραχοπρόσωπε, από τη μέρα που σε γνώρισα, ποτέ δεν έχω δει τόση έκφραση πάνω σου».

«Τέρμα οι ερωτήσεις!» είπε κοφτά η Μουαραίν. «Θα ξέρεις μόνο αυτά που θα σου λέω και τίποτα παραπάνω!»

«Τι θα μου λες;» ρώτησε απαιτητικά η Ζαρίν.

Η Άες Σεντάι χαμογέλασε. «Φάε το ψάρι σου».

Έπειτα από αυτό, το δείπνο συνεχίστηκε σχεδόν μέσα στη σιωπή, με εξαίρεση τα τραγούδια που γέμιζαν την αίθουσα. Ένα έλεγε για κάποιον πλούσιο, που η γυναίκα και η κόρη του τον γελοιοποιούσαν συνεχώς, αλλά δεν κατόρθωναν να γκρεμίσουν την έπαρση του. Ένα άλλο αφορούσε μια κοπέλα, που είχε αποφασίσει να κάνει μια βόλτα δίχως ρούχα και κάποιο άλλο έλεγε για ένα σιδερά, που είχε καταφέρει να πεταλώσει τον εαυτό του, αντί για το άλογο. Η Ζαρίν παραλίγο να πνιγεί από τα γέλια με αυτό, ξεχάστηκε και έβαλε μια μπουκιά ψάρι στο στόμα της και ξαφνικά έκανε μια γκριμάτσα, σαν να είχε βάλει λάσπη στο στόμα.

Δεν θα γελάσω μαζί της, προειδοποίησε τον εαυτό του ο Πέριν. Όσο ανόητη κι αν δείχνει, θα της δείξω τι σημαίνουν τρόποι. «Νόστιμα, ε;» είπε. Η Ζαρίν του έριξε μια πικρή ματιά, η Μουαραίν τον κοίταξε κατσουφιάζοντας που είχε διακόψει τις σκέψεις της κι αυτή ήταν όλη η συζήτηση.

Η Νιέντα έπαιρνε τα πιάτα και έβαζε μια ποικιλία τυριών στο τραπέζι, όταν μια δυσωδία έκανε τις τρίχες του σβέρκου του να σηκωθούν όρθιες. Ήταν η μυρωδιά από κάτι που δεν έπρεπε να υπάρχει και την είχε μυρίσει άλλες δύο φορές. Κοίταξε ανήσυχα τριγύρω στην κοινή αίθουσα.

Η κοπέλα ακόμα τραγουδούσε στην παρέα των ακροατών της, κάποιοι άντρες είχαν μπει από την εξώπορτα και διέσχιζαν την κοινή αίθουσα και ο Μπίλι ακόμα έγερνε στον τοίχο και χτυπούσε το πόδι του στο ρυθμό του μπίτερν. Η Νιέντα χτύπησε ελαφρά τον κότσο της, έριξε μια γοργή ματιά στην αίθουσα και γύρισε για να πάρει το καροτσάκι, σπρώχνοντάς το.

Ο Πέριν κοίταξε τους συντρόφους του. Ο Λόιαλ είχε βγάλει ένα βιβλίο από την τσέπη του, κάτι που δεν αποτελούσε έκπληξη και έμοιαζε να έχει ξεχάσει πού βρισκόταν. Η Ζαρίν, που έτριβε αφηρημένα ένα κομμάτι λευκό τυρί και το είχε κάνει μπαλάκι, κοίταζε πρώτα τον Πέριν, έπειτα τη Μουαραίν και μετά ξανάρχιζε το ίδιο, ενώ προσπαθούσε να μην δείξει ότι αυτό έκανε. Όμως ο Πέριν ενδιαφερόταν για τον Λαν και τη Μουαραίν. Μπορούσαν να νιώσουν έναν Μυρντράαλ, ή έναν Τρόλοκ, ή οποιοδήποτε Σκιογέννητο, πολύ πριν καταφέρουν να απέχουν μερικές εκατοντάδες βήματα, αλλά η Άες Σεντάι κοίταζε απόμακρα το τραπέζι μπροστά της και ο Πρόμαχος έκοβε ένα κομμάτι κίτρινο τυρί και την παρακολουθούσε. Αλλά η ρυπαρή μυρωδιά ήταν εκεί, όπως και πριν, στην Τζάρα, καθώς και έξω από το Ρέμεν και αυτή τη φορά δεν έσβηνε. Έμοιαζε να έρχεται από κάτι μέσα στην κοινή αίθουσα.

Ξανακοίταξε προσεκτικά την αίθουσα. Ο Μπίλι ακουμπούσε στον τοίχο, κάποιοι άντρες διέσχιζαν την αίθουσα, η κοπέλα τραγουδούσε στο τραπέζι και όλοι οι γελαστοί άντρες κάθονταν γύρω της. Άντρες που διασχίζουν την αίθουσα; Τους κοίταξε συνοφρυωμένος. Έξι άντρες με συνηθισμένα πρόσωπα, που περπατούσαν προς το μέρος του. Πολύ συνηθισμένα πρόσωπα. Έκανε να ξανακοιτάξει προσεκτικά τους άντρες που άκουγαν την κοπέλα, όταν ξαφνικά συνειδητοποίησε ότι η ρυπαρή μυρωδιά ερχόταν από τους έξι. Ξαφνικά, βρέθηκαν με εγχειρίδια στα χέρια, σαν να είχαν καταλάβει ότι τους είχε δει.

«Έχουν μαχαίρια!» βρυχήθηκε και τους πέταξε την πιατέλα με τα τυριά.

Στην κοινή αίθουσα επικράτησε χάος, οι άντρες φώναζαν, η τραγουδίστρια τσίριζε, η Νιέντα φώναζε τον Μπίλι ― όλα αυτά συνέβαιναν μονομιάς. Ο Λαν πετάχτηκε όρθιος και μια μπάλα φωτιάς εξαπολύθηκε από το χέρι της Μουαραίν, ενώ ο Λόιαλ άρπαξε την καρέκλα του σαν ρόπαλο και η Ζαρίν έκανε ένα χορευτικό βήμα στο πλάι, βρίζοντας. Κρατούσε κι αυτή ένα μαχαίρι, αλλά ο Πέριν είχε άλλα στο νου του και δεν προλάβαινε να προσέξει τι έκαναν οι υπόλοιποι. Αυτοί οι άντρες έμοιαζαν να κοιτάζουν κατευθείαν αυτόν και ο πέλεκύς του κρεμόταν σε ένα κρεμαστάρι στο δωμάτιό του.

Άρπαξε μια καρέκλα, ξεκόλλησε ένα χοντρό καρεκλοπόδαρο, που αρκετά ψηλό ώστε να αποτελεί και το στήριγμα της ράχης της, πέταξε την υπόλοιπη στους άντρες και ανέλαβε δράση με το μακρύ ρόπαλο του. Προσπαθούσαν να τον φτάσουν με το γυμνό ατσάλι τους, σαν ο Λαν και οι υπόλοιποι να ήταν απλώς εμπόδια στο δρόμο τους. Όλοι ήταν ο ένας πάνω στον άλλο, με δυσκολία απέκρουε τις λεπίδες που τον πλησίαζαν και οι άγριες, απλωτές κινήσεις του απειλούσαν όχι μόνο τους έξι επιτιθέμενους, αλλά και τον Λαν, τον Λόιαλ και τη Ζαρίν. Με την άκρη του ματιού είδε τη Μουαραίν να στέκεται στο πλάι, με τη σύγχυση ζωγραφισμένη στο πρόσωπο της· ήταν όλοι τους μπλεγμένοι στη μάχη και η Άες Σεντάι δεν μπορούσε να κάνει τίποτα χωρίς να βάλει σε κίνδυνο τόσο τους εχθρούς όσο και τους φίλους. Οι μαχαιροβγάλτες ούτε την κοίταζαν δεν βρισκόταν ανάμεσα σε αυτούς και τον Πέριν.