Выбрать главу

«Μιλάς σαν να είσαι ήδη νεκρή», είπε τραχιά ο Λαν.

«Ο Τροχός υφαίνει τα νήματα όπως ο Τροχός το θέλει και η Σκιά σκεπάζει τον κόσμο. Άκουσέ με, Λαν, και υπάκουσε, όπως ορκίστηκες». Λέγοντας αυτά, έφυγε.

43

Σκιοαδέλφια

Η μαυρομάτα ξανανέβηκε στο τραπέζι της και έπιασε πάλι να τραγουδά, με τρεμάμενη φωνή. Ο Πέριν ήξερε το σκοπό ως «Ο Πετεινός της κυρα-Αϋνόρας» και παρ’ όλο που, για άλλη μια φορά, τα λόγια ήταν αλλιώτικα, προς απογοήτευσή του —και προς αμηχανία του για την απογοήτευση αυτή― μιλούσε πράγματι για έναν πετεινό. Ακόμα και η κυρά Λούχαν δεν θα το αποδοκίμαζε. Φως μου, χειρότερος από τον Ματ έγινα.

Κανένας από τους θεατές δεν διαμαρτυρήθηκε· κάποιοι φάνηκαν λίγο απογοητευμένοι, αλλά έμοιαζαν να προσδοκούν κι αυτοί, όσο και η τραγουδίστρια, την επιδοκιμασία της Μουαραίν. Κανένας δεν ήθελε να προσβάλλει μια Άες Σεντάι, ακόμα και κατά την απουσία της. Ο Μπίλι επέστρεψε και μάζεψε ακόμα δύο Φαιούς Ανθρώπους· κάποιοι από τους άντρες που άκουγαν τα τραγούδια κοίταξαν τα πτώματα και κούνησαν το κεφάλι. Ένας έφτυσε στο ροκανίδι.

Ο Λαν πλησίασε τον Πέριν και στάθηκε μπροστά του. «Πώς τους κατάλαβες, σιδερά;» ρώτησε ήσυχα. «Η δυσωδία του κακού που κουβαλούν δεν είναι αρκετή για να τους νιώσουμε η Μουαραίν κι εγώ. Φαιοί Ανθρωποι έχουν περπατήσει ανάμεσα από εκατό φρουρούς χωρίς να τους προσέξει κανείς, δίπλα κι από Προμάχους».

Ο Πέριν, έχοντας έντονη επίγνωση ότι το βλέμμα της Ζαρίν ήταν πάνω του, προστιάθησε να χαμηλώσει τη φωνή του περισσότερο απ’ του Λαν. «Τους... τους μύρισα. Τους έχω μυρίσει κι άλλοτε, στην Τζάρα και το Ρέμεν, αλλά πάντα η μυρωδιά χανόταν. Και τις δυο φορές είχαν φύγει πριν φτάσουμε». Δεν ήξερε αν η Ζαρίν τον είχε ακούσει ή όχι· η κοπέλα έγερνε μπροστά προσπαθώντας να ακούσει ― προσπαθώντας, επίσης, να μη δείξει ότι αυτό έκανε.

«Ακολουθούσαν τον Ραντ τότε. Ακολουθούν εσένα τώρα, σιδερά». Ο Πρόμαχος εξωτερικά δεν φαινόταν ξαφνιασμένος. Ύψωσε τη φωνή του σε πιο φυσιολογικό επίπεδο. «Θα βγω έξω να ρίξω μια ματιά, σιδερά. Τα μάτια σου ίσως δουν κάτι που θα ξέφευγε από μένα». Ο Πέριν ένευσε· ήταν δείγμα της ανησυχίας του Προμάχου το γεγονός ότι είχε ζητήσει βοήθεια. «Ογκιρανέ, κι ο δικός σου λαός βλέπει καλύτερα».

«Α, ναι», είπε ο Λόιαλ. «Μάλλον θα μπορούσα να ρίξω κι εγώ καμιά ματιά». Τα μεγάλα, στρογγυλά μάτια του γύρισαν προς τους δύο Φαιούς Ανθρώπους, που βρίσκονταν ακόμα στο πάτωμα. «Δεν θα μου περνούσε από το μυαλό ότι υπάρχουν κι άλλοι εκεί έξω. Εσένα;»

«Τι ψάχνουμε, βραχοπρόσωπε;» ρώτησε η Ζαρίν.

Ο Λαν την κοίταξε για μια στιγμή και μετά κούνησε το κεφάλι, σαν να είχε αποφασίσει να μην πει κάτι. «Για ό,τι βρούμε, μικρή. Θα το καταλάβω όταν το δω».

Ο Πέριν σκέφτηκε να ανέβει πάνω για να πάρει το τσεκούρι του, αλλά ο Πρόμαχος ξεκίνησε προς την πόρτα και δεν φορούσε το σπαθί του. Σχεδόν δεν το χρειάζεται, σκέφτηκε δύσθυμα ο Πέριν. Είναι σχεδόν εξίσου επικίνδυνος χωρίς αυτό, όπως και με αυτό. Δεν άφησε το καρεκλοπόδαρο καθώς τον ακολουθούσε. Είδε με ανακούφιση τη Ζαρίν να κρατά ακόμα το μαχαίρι της.

Πυκνά, μαύρα σύννεφα στροβιλίζονταν από πάνω τους. Ο δρόμος ήταν σκοτεινός στο προχωρημένο σούρουπο και άδειος από ανθρώπους, οι οποίοι, προφανώς, δεν ήθελαν να τους πιάσει η βροχή. Κάποιος έτρεχε σε μια γέφυρα πιο κάτω· ήταν το μόνο άτομο που έβλεπε ο Πέριν ολόγυρά τους. Ο αέρας δυνάμωνε, παρασέρνοντας ένα κουρέλι στις ανώμαλες πέτρες του δρόμου· ένα άλλο, που είχε πιαστεί στην άκρη μιας από αυτές τις πέτρες, ανέμιζε αφήνοντας ξερούς ήχους. Ακούστηκε ο βρυχηθμός μακρόσυρτων βροντών.

Ο Πέριν σούφρωσε τη μύτη του. Στον άνεμο υπήρχε η μυρωδιά πυροτεχνημάτων. Όχι, δεν είναι ακριβώς σαν πυροτεχνήματα. Ήταν μια μυρωδιά σαν από καμένο θειάφι. Σχεδόν.

Η Ζαρίν χτύπησε ελαφρά το καρεκλοπόδαρο στα χέρια του, με τη λεπίδα του μαχαιριού της. «Είσαι δυνατός, άντρακλα. Τσάκισες την καρέκλα σαν να ήταν κλαράκι».

Ο Πέριν γρύλισε. Συνειδητοποίησε ότι είχε ισιώσει το κορμί και μετά καμπούριασε εσκεμμένα. Χαζό κορίτσι! Η Ζαρίν γέλασε χαμηλόφωνα κι αυτός ξαφνικά δεν ήξερε αν έπρεπε να ορθωθεί ή να μείνει όπως ήταν. Τι βλακεία! Αυτή τη φορά απευθυνόταν στον εαυτό του. Κανονικά, πρέπει να ψάχνεις. Τι, όμως; Δεν έβλεπε παρά μόνο το δρόμο, δεν μύριζε παρά μόνο τη σχεδόν σβησμένη οσμή του καμένου θειαφιού. Και τη Ζαρίν, φυσικά.

Ο Λόιαλ φαινόταν κι αυτός να αναρωτιέται τι έψαχνε. Έξυσε το φουντωτό αυτί του, κοίταξε το δρόμο προς τη μια κατεύθυνση, ύστερα προς την άλλη και μετά έξυσε το άλλο του αυτί. Έπειτα, σήκωσε το βλέμμα στη στέγη του πανδοχείου.