Ο Λαν εμφανίστηκε από το σοκάκι πλάι στο πανδοχείο και βγήκε στο δρόμο, με βλέμμα που εξέταζε τις πιο σκοτεινές σκιές κατά μήκος των κτιρίων.
«Μπορεί να του ξέφυγε κάτι», μουρμούρισε ο Πέριν, αν και δυσκολευόταν να πιστέψει τέτοιο πράγμα. Στράφηκε προς το δρομάκι. Κανονικά πρέπει να ψάχνω, άρα ας ψάξω. Μπορεί να τον ξέφυγε κάτι.
Ο Λαν είχε σταματήσει λίγο πιο κάτω στο δρόμο και κοίταζε τις πέτρες του στενού δρόμου μπροστά στα πόδια του. Ο Πρόμαχος ξεκίνησε για το πανδοχείο, περπατώντας με γοργό βήμα, αλλά κοιτάζοντας το δρόμο μπροστά του, σαν να ακολουθούσε κάτι. Ό,τι κι αν ήταν, οδηγούσε κατευθείαν σε ένα από τα πεζούλια ίππευσης, σχεδόν δίπλα από την είσοδο του πανδοχείου. Σταμάτησε εκεί, κοιτάζοντας το πάνω μέρος του γκρίζου, πέτρινου πεζουλιού.
Ο Πέριν αποφάσισε να μην μπει στο δρομάκι —κατ’ αρχάς, βρωμούσε όσο και τα κανάλια σε αυτή τη συνοικία του Ίλιαν― και αντί γι’ αυτό πλησίασε τον Λαν. Είδε, αμέσως, αυτό που ατένιζε ο Πρόμαχος. Βαθουλωμένα στο πάνω μέρος του πέτρινου πεζουλιού ίππευσης ήταν δύο αχνάρια, σαν ένα πελώριο λαγωνικό να είχε ακουμπήσει εκεί τις πατούσες του. Η μυρωδιά του καμένου θειαφιού ήταν πιο δυνατή εδώ. Τα σκυλιά δεν αφήνουν πατημασιές στην πέτρα. Φως μου, αφού δεν αφήνουν! Διέκρινε, επίσης, τη διαδρομή που είχε ακολουθήσει κι ο Λαν. Το κυνηγόσκυλο είχε έρθει από το δρόμο ως το πεζούλι, έπειτα είχε γυρίσει και είχε επιστρέψει, ακολουθώντας την ίδια διαδρομή προς τα πίσω, αφήνοντας αχνάρια στην πέτρα σαν να ήταν οργωμένο χωράφι. Μα δεν αφήνουν!
«Σκοτεινόσκυλο», είπε ο Λαν και η Ζαρίν άφησε μια κοφτή κραυγή. Ο Λόιαλ βόγκηξε απαλά. Απαλά, για Ογκιρανό. «Τα Σκοτεινόσκυλα δεν αφήνουν ίχνη στο χώμα, σιδερά, ούτε ακόμα και στη λάσπη, αλλά με την πέτρα είναι αλλιώς. Από τους Πολέμους των Τρόλοκ έχει να φανεί Σκοτεινόσκυλο νοτιότερα από τα Όρη του Χαμού. Θα έλεγα ότι αυτό κάτι κυνηγούσε. Και τώρα που το βρήκε, πήγε να το πει στον αφέντη του».
Εμένα; σκέφτηκε ο Πέριν. Φαιοί Άνθρωποι και Σκοτεινόσκυλα να κυνηγούν εμένα; Αυτό είναι τρελό!
«Πας να μου πεις ότι η Νιέντα είχε δίκιο;» απαίτησε να μάθει η Ζαρίν με τρεμουλιαστή φωνή. «Ο γερο-Σκοτεινός στ’ αλήθεια βγήκε καβάλα στο Τρελό Κυνήγι; Φως μου! Πάντα νόμιζα πως είναι απλό παραμύθι».
«Μη γίνεσαι τελείως ανόητη, μικρή», είπε τραχιά ο Λαν. «Αν ο Σκοτεινός ήταν ελεύθερος, τότε θα ήμασταν κάτι χειρότερο από νεκροί τώρα». Κοίταξε στο δρόμο, τη διαδρομή που έδειχναν τα ίχνη. «Αλλά τα Σκοτεινόσκυλα είναι πραγματικά. Επικίνδυνα σχεδόν όσο και οι Μυρντράαλ και πιο δύσκολο να τα σκοτώσεις».
«Να που τώρα μπλέκεις και τους Άρπαγες», μουρμούρισε η Ζαρίν. «Φαιοί Ανθρωποι. Άρπαγες. Σκοτεινόσκυλα. Καλά θα κάνεις να με πας και στο Κέρας του Βαλίρ, αγροτόπαιδο. Τι άλλες εκπλήξεις μου ετοιμάζεις;»
«Όχι ερωτήσεις», της είπε ο Λαν. «Ακόμα ξέρεις λίγα κι έτσι η Μουαραίν θα μπορούσε να σε αποδεσμεύσει από τον όρκο σου, αν ορκιζόσουν να μη μας ακολουθήσεις. Θα δεχτώ εγώ τον όρκο σου και μπορείς να φύγεις τώρα αμέσως. Θα ήταν συνετό εκ μέρους σου».
«Δεν με τρομάζεις, βραχοπρόσωπε», είπε η Ζαρίν. «Δεν τρομάζω εύκολα». Αλλά η φωνή της έδειχνε φόβο. Το ίδιο και η μυρωδιά της.
«Έχω μια ερώτηση», είπε ο Πέριν, «και θέλω μια απάντηση. Δεν ένιωσες το Σκοτεινόσκυλο, Λαν, ούτε και η Μουαραίν. Γιατί όχι;»
Ο Πρόμαχος έμεινε για λίγο σιωπηλός. «Η απάντηση σε αυτό, σιδερά», είπε τελικά με βλοσυρό ύφος, «μπορεί να είναι κάτι περισσότερο απ’ αυτό που θα θέλαμε να μάθουμε εγώ ή εσύ. Ελπίζω η απάντηση να μη μας σκοτώσει όλους. Εσείς οι τρεις κοιμηθείτε όσο μπορείτε. Αμφιβάλλω αν θα περάσουμε τη νύχτα στο Ίλιαν και φοβάμαι πως έχουμε ένα δύσκολο ταξίδι μπροστά μας».
«Τι θα κάνεις;» ρώτησε ο Πέριν.
«Πάω να βρω τη Μουαραίν. Θέλω να της πω για το Σκοτεινόσκυλο. Σίγουρα δεν θα θυμώσει μαζί μου που την ακολούθησα γι’ αυτό το λόγο, μιας και, διαφορετικά, θα το καταλάβαινε μόνο τη στιγμή που θα της ξέσκιζε το λαιμό».
Τη στιγμή που ξανάμπαιναν στο πανδοχείο, οι πρώτες μεγάλες στάλες της βροχής πιτσίλιζαν το καλντερίμι. Ο Μπίλι είχε απομακρύνει και τους τελευταίους Φαιούς Ανθρώπους και σκούπιζε το ροκανίδι εκεί που είχαν ματώσει. Η μαυρομάτα τραγουδούσε ένα θλιμμένο τραγούδι, για ένα αγόρι που άφηνε την αγάπη του. Η κυρά Λούχαν θα το είχε κατευχαριστηθεί.
Ο Λαν έτρεξε μπροστά τους, διέσχισε την κοινή αίθουσα και ανέβηκε τη σκάλα. Όταν ο Πέριν έφτασε στον πρώτο όροφο, ο Πρόμαχος είχε ήδη αρχίσει να κατεβαίνει, ενώ ταυτόχρονα έκλεινε την πόρπη της ζώνης του, με το μανδύα που άλλαζε χρώματα να κρέμεται στο μπράτσο του, σαν να μην τον ένοιαζε ποιος θα τον έβλεπε.