Выбрать главу

«Αν το φορέσει αυτό σε μια πόλη...» Τα πυκνά μαλλιά του Λόιαλ σχεδόν χάιδεψαν το ταβάνι, καθώς κουνούσε το κεφάλι του. «Δεν ξέρω αν μπορώ να κοιμηθώ, αλλά θα προσπαθήσω. Τα όνειρα θα είναι πιο ευχάριστα από το να μείνω ξύπνιος».

Όχι πάντα, Λόιαλ, σκέφτηκε ο Πέριν, καθώς ο Ογκιρανός προχωρούσε στο διάδρομο.

Η Ζαρίν έμοιαζε να θέλει να μείνει μαζί του, αλλά αυτός της είπε να πάει να κοιμηθεί και της έκλεισε την πόρτα κατάμουτρα.

Κοιτάζοντας απρόθυμα το κρεβάτι του, γδύθηκε και έμεινε με το μακρύ εσώρουχό του.

«Πρέπει να μάθω», αναστέναξε και χώθηκε στο κρεβάτι. Έξω, η βροχή μαστίγωνε το κτίριο και οι βροντές αντηχούσαν ολόγυρα. Το αεράκι, που έμπαινε από το παράθυρο απέναντι από το κρεβάτι του, έφερνε λίγη από τη δροσιά της βροχής, αλλά μάλλον δεν θα του χρειάζονταν οι κουβέρτες που ήταν αφημένες στο στρώμα. Η τελευταία του σκέψη, πριν τον καταπιεί ο ύπνος, ήταν ότι πάλι είχε ξεχάσει να ανάψει κερί, παρ’ όλο που το δωμάτιο ήταν σκοτεινό. Απρόσεκτε. Δεν πρέπει να είμαι απρόσεκτος. Η απροσεξία χαλάει τη δουλειά.

Όνειρα στροβιλίζονταν στο κεφάλι του. Σκοτεινόσκυλα που τον κυνηγούσαν δεν τα έβλεπε, αλλά άκουγε τα αλυχτήματά τους. Ξέθωροι και Φαιοί Άνθρωποι. Ένας ψηλός, λεπτός άντρας εμφανιζόταν συνεχώς μέσα τους, με πλούσιο, κεντητό σακάκι και μπότες με χρυσά κρόσσια· συνήθως κρατούσε κάτι σαν σπαθί, το οποίο άστραφτε σαν τον ήλιο και γελούσε θριαμβευτικά. Μερικές φορές, ο άντρας αυτός καθόταν σε ένα θρόνο, ενώ βασιλιάδες και βασίλισσες σέρνονταν ταπεινωμένοι μπροστά του. Ήταν παράξενα αυτά τα όνειρα, σαν να μην ήταν δικά του.

Έπειτα, τα όνειρα άλλαξαν και ο Πέριν κατάλαβε ότι ήταν στο λυκίσιο όνειρο που έψαχνε. Αυτή τη φορά, έλπιζε να το βρει.

Στεκόταν στην επίπεδη κορυφή ενός ψηλού, πέτρινου οβελίσκου, με τον άνεμο να ανακατεύει τα μαλλιά του, φέρνοντας χίλιες ξερές οσμές και μια αμυδρή υπόνοια νερού, κρυμμένου κάπου μακριά. Για μια στιγμή, του φάνηκε πως είχε μορφή λύκου και έψαυσε το σώμα του για να σιγουρευτεί ότι αυτό που έβλεπε ήταν πραγματικά ο εαυτός του. Είχε τα δικά του ρούχα, το πανωφόρι, το παντελόνι και τις μπότες του· κρατούσε το τόξο του και η φαρέτρα κρεμόταν στο πλευρό του. Ο πέλεκυς δεν ήταν εκεί.

«Άλτη! Άλτη, πού είσαι;» Ο λύκος δεν ήρθε.

Άγρια βουνά τον κύκλωναν, καθώς και άλλοι ψηλοί οβελίσκοι, τους οποίους χώριζαν άγονες πεδιάδες, τραχιές πλαγιές και, κάποιες φορές, μεγάλα υψίπεδα, που ορθώνονταν από το έδαφος με απόκρημνα τοιχώματα. Φύτρωναν πράγματα, μα τίποτα δεν άνθιζε. Σκληρό, κοντό χορτάρι. Στριφογυριστοί, γεμάτοι αγκάθια θάμνοι, καθώς και άλλα πράγματα, που έμοιαζαν να έχουν αγκάθια στα παχιά φύλλα τους. Σκορπισμένα, κοντά δέντρα, στρεβλωμένα από τον άνεμο. Όμως οι λύκοι μπορούσαν να βρουν κυνήγι ακόμα και σε αυτή τη γη.

Καθώς κοίταζε αυτή την τραχιά γη, ένας κύκλος σκότους ξαφνικά έσβησε ένα μέρος των βουνών δεν μπορούσε να πει αν το σκοτάδι ήταν ακριβώς μπροστά στο πρόσωπό του, ή αν ήταν κοντά στα βουνά, αλλά έμοιαζε να βλέπει μέσα απ’ αυτό, καθώς και παραπέρα. Έβλεπε τον Ματ, που κουνούσε ένα κύπελλο με ζάρια. Ο αντίπαλός του κοιτούσε τον Ματ με μάτια φλογισμένα. Ο Ματ δεν φαινόταν να βλέπει τον άντρα, αλλά ο Πέριν τον ήξερε.

«Ματ!» φώναξε. «Είναι ο Μπα’άλζαμον! Φως μου, Ματ, παίζεις ζάρια με τον Μπα’άλζαμον!»

Ο Ματ έριξε τη ζαριά του και καθώς τα ζάρια στριφογυρνούσαν, το όραμα έσβησε και το σκοτεινό μέρος ξανάγινε ξερά βουνά.

«Άλτη!» Ο Πέριν γύρισε αργά, κοιτάζοντας προς κάθε κατεύθυνση. Κοίταξε ακόμα και ψηλά στον ουρανό —τώρα μπορεί και πετάει― όπου σύννεφα υπόσχονταν βροχή, την οποία το έδαφος κάτω από την κορυφή του οβελίσκου θα έπινε την ίδια στιγμή. «Άλτη!»

Σκοτάδι σχηματίστηκε ανάμεσα στα σύννεφα, μια τρύπα προς κάποιο άλλο μέρος. Η Εγκουέν, η Νυνάβε και η Ηλαίην στέκονταν κοιτάζοντας ένα πελώριο, μεταλλικό κλουβί με ανεβασμένη πόρτα, που την κρατούσε ένα βαρύ ελατήριο. Μπήκαν μέσα και σήκωσαν μαζί τα χέρια για να τραβήξουν το σύρτη. Η πόρτα με τα κάγκελα έκλεισε πίσω τους. Μια γυναίκα με τα μαλλιά πλεγμένα όλα σε κοτσίδες γέλασε μαζί τους και μια άλλη, ντυμένη από πάνω ως κάτω στα λευκά, γέλασε με την πρώτη. Η τρύπα στον ουρανό έκλεισε και έμειναν μόνο τα σύννεφα.

«Άλτη, πού είσαι;» φώναξε. «Σε χρειάζομαι! Άλτη!»

Και ο δασύτριχος λύκος ήταν τώρα μπροστά του, πέφτοντας στην κορυφή του οβελίσκου σαν να είχε πηδήξει από κάποιο ψηλότερο μέρος.

Επικίνδυνο. Σε προειδοποιώ, Νεαρέ Ταύρε. Πολύ νέος. Ακόμα πολύ καινούριος.

«Είναι ανάγκη να μάθω, Άλτη. Είπες ότι υπάρχουν πράγματα που πρέπει να δω. Πρέπει να δω κι άλλα, να μάθω κι άλλα». Δίστασε, ενώ σκεφτόταν τον Ματ, την Εγκουέν, τη Νυνάβε και την Ηλαίην. «Τα παράξενα πράγματα που βλέπω εδώ... είναι πραγματικά;» Ο Άλτης έστελνε το μήνυμά του αργά, σαν να ήταν τόσο απλό, που ο λύκος δεν καταλάβαινε γιατί έπρεπε να το εξηγήσει, ή πώς να το κάνει. Τελικά, όμως, κάτι έφτασε.