Αυτό που είναι πραγματικό, δεν είναι πραγματικό. Αυτό που δεν είναι πραγματικό, είναι πραγματικό. Η σάρκα είναι ένα όνειρο και τα όνειρα έχουν σάρκα.
«Αυτό δεν μου λέει τίποτα, Άλτη. Δεν καταλαβαίνω». Ο λύκος τον κοίταξε, σαν να είχε πει ότι δεν καταλάβαινε ότι το νερό είναι υγρό. «Είπες ότι έπρεπε να δω κάτι και μου έδειξες τον Μπα’άλζαμον και τη Λανφίαρ».
Το Δόντι της Καρδιάς. Η Σεληνοκυνηγός.
«Γιατί μου τους έδειξες, Άλτη; Γιατί έπρεπε να τους δω;»
Το Τελευταίο Κυνήγι έρχεται. Θλίψη γέμισε το μήνυμα, καθώς και μια αίσθηση αναπόφευκτου. Ό,τι είναι να γίνει, πρέπει να γίνει.
«Δεν καταλαβαίνω! Το Τελευταίο Κυνήγι; Ποιο Τελευταίο Κυνήγι; Άλτη, απόψε ήρθαν Φαιοί Άνθρωποι για να με σκοτώσουν».
Οι Μη Νεκροί σε κυνηγούν;
«Ναι! Οι Φαιοί Άνθρωποι! Με ακολουθούν! Κι ένα Σκοτεινόσκυλο ήταν ακριβώς έξω από το πανδοχείο! Θέλω να μάθω τι με κυνηγά».
Σκιοαδέλφια! Ο Άλτης ζάρωσε, κοιτάζοντας δεξιά κι αριστερά, σχεδόν σαν να περίμενε επίθεση. Έχουμε πολύ καιρό να δούμε τα Σκιοαδέλφια. Πρέπει να φύγεις, Νεαρέ Ταύρε. Μεγάλος κίνδυνος! Πρέπει να ξεφύγεις από τα Σκιοαδέλφια!
«Γιατί με κυνηγάνε, Άλτη; Εσύ ξέρεις, καταλαβαίνω ότι ξέρεις!»
Πρέπει να ξεφύγεις, Νεαρέ Ταύρε. Ο Άλτης πήδηξε, χτυπώντας με τα μπροστινά του πέλματα τον Πέριν στο στήθος και αναποδογυρίζοντάς τον, έτσι ώστε να πέσει από την άκρη. Να ξεφύγεις από τα Σκιοαδέλφια.
Ο άνεμος σφύριζε στα αυτιά του, καθώς ο Πέριν έπεφτε. Ο Άλτης και η πλατιά κορυφή του οβελίσκου μίκρυναν από πάνω του. «Γιατί, Άλτη;» φώναξε. «Πρέπει να μάθω το γιατί».
Έρχεται το Τελευταίο Κυνήγι.
Θα έσκαγε στο χώμα. Το ήξερε. Το έδαφος από κάτω του χιμούσε να τον βρει και ο Πέριν έσφιξε το σώμα του, για να ετοιμαστεί όταν θα χτυπούσε και...
Ξύπνησε με ένα τράνταγμα, κοιτάζοντας τη φλόγα στο κερί, που τρεμόπαιζε στο τραπεζάκι δίπλα από το κρεβάτι του. Αστραπές φώτιζαν το παράθυρο και βροντές το τράνταζαν. «Τι εννοούσε, το Τελευταίο Κυνήγι;» μουρμούρισε. Δεν άναψα εγώ το κερί.
«Μιλάς μόνος σου. Και σπαρταράς στον ύπνο σου».
Πήδηξε και έβρισε τον εαυτό του που δεν είχε προσέξει τη μυρωδιά βοτάνων στον αέρα. Η Ζαρίν καθόταν σε ένα σκαμνί μακριά από το κερί, με τον αγκώνα στηριγμένο στο γόνατο, το πηγούνι στη γροθιά της, παρακολουθώντας τον.
«Είσαι τα’βίρεν», είπε, σαν να έπιανε έναν κατάλογο από την αρχή. «Ο Βραχοπρόσωπος νομίζει ότι τα αλλόκοτα μάτια σου μπορούν να δουν πράγματα που ξεφεύγουν από τα δικά του. Φαιοί Άνθρωποι θέλουν να σε σκοτώσουν. Ταξιδεύεις μαζί με μια Άες Σεντάι, έναν Πρόμαχο κι έναν Ογκιρανό. Ελευθερώνεις αιχμαλωτισμένους Λελίτες και σκοτώνεις Λευκομανδίτες. Ποιος είσαι, αγροτόπαιδο, ο Αναγεννημένος Δράκοντας;» Η φωνή της Ζαρίν έλεγε ότι ήταν ίο πιο γελοίο πράγμα που μπορούσε να σκεφτεί, αλλά και πάλι σάλεψε ανήσυχη. «Όποιος κι αν είσαι, άντρακλα», πρόσθεσε, «δεν θα ήταν άσχημα να είχες κι άλλες τρίχες στο στήθος».
Ο Πέριν στριφογύρισε βλαστημώντας και τράβηξε μια κουβέρτα ως το στέρνο του. Φως μου, όλο με κάνει να πηδάω, σαν βατράχι σε καυτή πέτρα. Το πρόσωπο της Ζαρίν ήταν στην άκρη των σκιών. Δεν ι ην έβλεπε καθαρά, παρά μόνο όταν οι αστραπές έπεφταν κοντά οίο παράθυρο και ο σκληρός φωτισμός τους έριχνε τις δικές του σκιές στη μύτη και τα ψηλά ζυγωματικά της. Ξαφνικά, θυμήθηκε τη Μιν, που του έλεγε ότι έπρεπε να το σκάσει από μια όμορφη γυναίκα. Όταν είχε αναγνωρίσει τη Λανφίαρ στο λυκίσιο όνειρο, είχε πιστέψει ότι εκείνη εννοούσε η Μιν —δεν του φαινόταν ότι μπορούσε μια γυναίκα να είναι ομορφότερη από τη Λανφίαρ― αλλά ήταν μόνο στο όνειρο. Η Ζαρίν καθόταν εκεί και τον κοίταζε με εκείνα τα μαύρα, γερτά μάτια, συλλογισμένη, μετρώντας τον. «Τι γυρεύεις εδώ;» ζήτησε να μάθει. «Τι θέλεις; Ποια είσαι;» Εκείνη έγειρε πίσω το κεφάλι και γέλασε. «Είμαι η Φάιλε, αγροτόπαιδο, μια Κυνηγός του Κέρατος. Ποια νόμιζες ότι είμαι, η γυναίκα των ονείρων σου; Γιατί τινάχτηκες έτσι; Λες και σε έσκιαξα».
Πριν ο Πέριν βρει λόγια για να της απαντήσει, η πόρτα άνοιξε διάπλατα και βρόντηξε στον τοίχο. Η Μουαραίν στάθηκε στην είσοδο, με πρόσωπο χλωμό και βλοσυρό, σαν το θάνατο. «Τα λυκίσια όνειρά σου μιλάνε αληθινά, σαν Ονειρεύτριας, Πέριν. Οι Αποδιωγμένοι έχουν ελευθερωθεί και ένας απ’ αυτούς κυβερνά το Ίλιαν».