44
Κυνηγημένος
Ο Πέριν κατέβηκε από το κρεβάτι και άρχισε να ντύνεται, χωρίς να νοιάζεται αν τον έβλεπε η Ζαρίν ή όχι. Ήξερε τι σκόπευε να κάνει, αλλά πάντως ρώτησε και τη Μουαραίν. «Φεύγουμε;»
«Εκτός αν θέλεις να γνωρίσεις από κοντά τον Σαμαήλ», του είπε ξερά. Μπουμπουνητά ξεχύθηκαν από πάνω τους, σαν να υπογράμμιζαν τη φράση της και μετά ξέσπασαν αστραπές. Η Άες Σεντάι δεν έριξε δεύτερη ματιά στη Ζαρίν.
Ο Πέριν έχωσε το πουκάμισο στο φαρδύ παντελόνι του και ευχήθηκε να φορούσε το σακάκι και το μανδύα του. Το όνομα του Αποδιωγμένου είχε κάνει το δωμάτιο να μοιάζει παγωμένο. Δεν έφτανε ο Μπα’άλζαμον τώρα έχουμε ελεύθερους και τους Αηοδιωγμένονς. Φως μου, έχει πια σημασία το αν θα βρούμε τον Ραντ; Είναι πολύ αργά; Αλλά συνέχισε να ντύνεται κι έχωσε τα πόδια στις μπότες του. Ή θα συνέχιζε, ή θα τα παρατούσε και ο λαός των Δύο Ποταμών ήταν γνωστό πως δεν το έβαζε κάτω.
«Ο Σαμαήλ;» είπε ξεψυχισμένα η Ζαρίν. «Ένας από τους Αποδιωγμένους κυβερνά...; Φως μου!»
«Ακόμα θέλεις να μας ακολουθήσεις;» είπε μαλακά η Μουαραίν. «Έτσι όπως είναι τα πράγματα, δεν θα σε ανάγκαζα να μείνεις εδώ, αλλά σου δίνω μια τελευταία ευκαιρία να ορκιστείς ότι θα πάρεις άλλο δρόμο από μένα».
Η Ζαρίν δίστασε και ο Πέριν κοντοστάθηκε, με το σακάκι του μισοφορεμένο. Σίγουρα κανένας δεν θα επέλεγε να πάει μαζί με ανθρώπους που είχαν επισύρει την οργή ενός Αποδιωγμένου. Τώρα, η Ζαρίν ήξερε κάτι γι’ αυτό που αντιμετώπιζαν. Εκτός αν έχει ιδιαίτερο λόγο. Βέβαια, όποιος μάθαινε ότι ήταν ελεύθερος ένας Αποδιωγμένος, θα έπρεπε να τρέξει και να βρει πλοίο των Θαλασσινών για την άλλη άκρη της Ερημιάς του Άελ, όχι να κάθεται εκεί και να σκέφτεται.
«Όχι», είπε η Ζαρίν κι ο Πέριν χαλάρωσε λιγάκι. «Όχι, δεν θα ορκιστώ να τραβήξω αλλού. Είτε με οδηγήσετε στο Κέρας του Βαλίρ είτε όχι, ακόμα κι αυτοί που θα βρουν το Κέρας, δεν θα έχουν να πουν ιστορία σαν και τούτη εδώ. Νομίζω ότι αυτή την ιστορία θα τη λένε στους αιώνες των αιώνων, Άες Σεντάι, και θέλω να είμαι μέρος της».
«Όχι!» είπε απότομα το Πέριν. «Αυτό δεν λέει τίποτα. Τι ζητάς;»
«Δεν έχω χρόνο για τσακωμούς», τους έκοψε η Μουαραίν. «Ανά πάσα στιγμή, ο Άρχοντας Μπρεντ μπορεί να μάθει ότι ένα από τα Σκοτεινόσκυλά του είναι νεκρό. Αυτό σημαίνει ότι υπάρχει Πρόμαχος και να είστε σίγουροι ότι θα το καταλάβει και θα ψάξει να βρει την Άες Σεντάι του Γκαϊντίν. Θα καθίσετε εδώ μέχρι να ανακαλύψει πού είστε; Εμπρός, ανόητα παιδιά! Εμπρός!» Εξαφανίστηκε στο διάδρομο, πριν ο Πέριν προλάβει να βγάλει άχνα.
Ούτε και η Ζαρίν περίμενε και βγήκε τρέχοντας από το δωμάτιο, χωρίς κερί. Ο Πέριν μάζεψε βιαστικά τα πράγματά του και έτρεξε στην πίσω σκάλα, ενώ ακόμα ζωνόταν το τσεκούρι του. Πέτυχε τον Ογκιρανό που κατέβαινε κάτω, ο οποίος πάσχιζε την ίδια στιγμή να στριμώξει ένα βιβλίο με ξύλινο δέσιμο σε ένα σακίδιο και να φορέσει το μανδύα του. Ο Πέριν τον βοήθησε να φορέσει το μανδύα του καθώς κατέβαιναν και οι δύο τρέχοντας τη σκάλα και η Ζαρίν τους αντάμωσε, πριν προλάβουν να ξεχυθούν στην καταρρακτώδη βροχή.
Ο Πέριν καμπούριασε καθώς τον χτυπούσε η βροχή και έτρεξε μέσα στην καταιγίδα προς το στάβλο, ο οποίος ήταν στην άλλη άκρη της κατασκότεινης μάντρας, χωρίς να σταθεί για να ανεβάσει την κουκούλα του μανδύα του. Κάποιο λόγο θα έχει. Το ότι θέλει να είναι μέρος της ιστορίας θα ήταν αρκετός λόγος μόνο για μια τρελή! Μέχρι να περάσει τρέχοντας την είσοδο του στάβλου, η βροχή είχε μουσκέψει τα κατσαρά μαλλιά του, που είχαν ισιώσει και κολλούσαν ολόγυρα στο κεφάλι του.
Η Μουαραίν είχε ήδη φτάσει εκεί, φορώντας ένα λαδωμένο μανδύα, που είχε ακόμα σταγόνες βροχής πάνω του και η Νιέντα κρατούσε ένα φανάρι για να σελώσει ο Λαν τα άλογα. Υπήρχε ένα άλογο παραπάνω, ένα ρούσο μουνούχι με αδρή μουσούδα.
«Θα στέλνω περιστέρια κάθε μέρα», έλεγε η σωματώδης γυναίκα. «Κανένας δεν θα με ψυλλιαστεί. Που να με φάει η μοίρα μου! Ακόμα και οι Λευκομανδίτες λένε καλά λόγια για μένα».
«Άκουσέ με, Νιέντα!» ξέσπασε η Μουαραίν. «Εδώ δεν μιλάω ούτε για Λευκομανδίτες, ούτε για Σκοτεινόφιλους. Θα το σκάσεις απ’ αυτή την πόλη και θα αναγκάσεις όσους αγαπάς να φύγουν μαζί σου. Δώδεκα χρόνια με υπάκουγες. Υπάκουσέ με και τώρα!» Η Νιέντα κατένευσε, αλλά απρόθυμα και η Μουαραίν μούγκρισε αγανακτισμένη.
«Το ρούσο είναι το δικό σου, μικρή», είπε ο Λαν στη Ζαρίν. «Ανέβα στη ράχη του. Αν δεν ξέρεις να καβαλικεύεις, τότε πρέπει να μάθεις στην πράξη, ή να δεχτείς την προσφορά μου».
Η Ζαρίν έπιασε με το ένα χέρι το ψηλό μπροστάρι και ανέβηκε με άνεση στη σέλα. «Βραχοπρόσωπε, τώρα που το σκέφτομαι, έχω ξανανέβει σε άλογο». Γύρισε από την άλλη, για να δέσει πίσω της τα πράγματά της.