Выбрать главу

«Τι εννοείς, Μουαραίν;» απαίτησε να μάθει ο Πέριν, καθώς έριχνε τα σακίδιά του στη ράχη του Γοργοπόδη. «Είπες ότι θα έβρισκε πού είμαι. Ξέρει. Οι Φαιοί Άνθρωποι!» Η Νιέντα χαχάνισε και ο Πέριν αναρωτήθηκε ενοχλημένος πόσα ήξερε στ’ αλήθεια αυτή η γυναίκα και πόσα πίστευε από εκείνα που έλεγε ότι δεν πίστευε.

«Δεν έστειλε ο Σαμαήλ τους Φαιούς Ανθρώπους». Η Μουαραίν ανέβηκε στην Αλντίμπ με μια ψύχραιμη και ακριβή κίνηση, σχεδόν σαν να μην υπήρχε καμία βιασύνη. «Όμως το Σκοτεινόσκυλο ήταν δικό του. Πιστεύω ότι ακολούθησε τα ίχνη μου. Δεν θα έστελνε και τα δύο. Κάποιος σε θέλει, αλλά νομίζω ότι ο Σαμαήλ δεν γνωρίζει καν την ύπαρξή σου. Όχι ακόμα». Ο Πέριν στάθηκε με το ένα πόδι στον αναβολέα, κοιτάζοντάς την, αλλά εκείνη έμοιαζε περισσότερο απασχολημένη με το να χαϊδεύει τον ψηλό λαιμό της φοράδας της, παρά με τις ερωτήσεις που ζωγραφίζονταν στο πρόσωπό του.

«Καλά που σε ακολούθησα δηλαδή», είπε ο Λαν και η Άες Σεντάι ξεφύσησε δυνατά.

«Αν ήσουν γυναίκα, Γκαϊντίν, θα σε έστελνα στον Πύργο σαν μαθητευόμενη, για να μάθεις να υπακούς!» Εκείνος σήκωσε το ένα φρύδι, άγγιξε τη λαβή του σπαθιού του και καβάλησε το άλογό του. Η Άες Σεντάι αναστέναξε. «Ίσως να είναι καλό που δεν υπακούς. Μερικές φορές, τουλάχιστον, είναι καλό. Εκτός αυτού, νομίζω ότι η Σέριαμ και η Σιουάν Σάντσε μαζί δεν θα κατάφερναν να σου διδάξουν την υπακοή».

«Δεν καταλαβαίνω», είπε ο Πέριν. Μου φαίνεται ότι όλο το ίδιο πράγμα λέω και το βαρέθηκα. Θέλω απαντήσεις που να μπορώ να τις καταλαβαίνω. Ανέβηκε κανονικά στη σέλα, για να μην τον κοιτάζει αφ’ υψηλού η Μουαραίν· ούτως ή άλλως, είχε το πλεονέκτημα. «Αν δεν έστειλε αυτός τους Φαιούς Ανθρώπους, τότε ποιος το έκανε; Αν ένας Μυρντράαλ, ή ένας άλλος Αποδιωγμένος...» Σταμάτησε για να ξεροκαταπιεί. Ένας ΑΛΛΟΣ Αποδιωγμένος! Φως μου! «Αν τους έστειλε κάποιος άλλος, γιατί δεν του το είπε; Δεν είναι όλοι Σκοτεινόφιλοι; Και γιατί εμένα, Μουαραίν; Γιατί εμένα; Ο Ραντ είναι ο Αναγεννημένος Δράκοντας!»

Άκουσε τις κοφτές κραυγές που άφησαν η Ζαρίν και η Νιέντα και μόνο τότε κατάλαβε τι είχε πει. Το βλέμμα της Μουαραίν έμοιαζε να τον γδέρνει, σαν το πιο κοφτερό ατσάλι. Η άτιμη η γλώσσα μου τρέχει μόνη της. Πότε έπαψα να σκέφτομαι πριν ανοίξω το στόμα; Του φαινόταν ότι αυτό είχε γίνει όταν είχε νιώσει για πρώτη φορά τη Ζαρίν να τον παρακολουθεί με το βλέμμα. Τον παρακολουθούσε και τώρα, με το στόμα να χάσκει ορθάνοιχτο.

«Τώρα δεσμεύτηκες σε εμάς», είπε η Μουαραίν στην ξαφνιασμένη γυναίκα. «Δεν υπάρχει γυρισμός για σένα. Ποτέ». Η Ζαρίν έδειχνε σαν να ήθελε να πει κάτι και φοβόταν, αλλά η Άες Σεντάι είχε ήδη στρέψει αλλού την προσοχή της. «Νιέντα, φύγε από το Ίλιαν απόψε. Αυτή την ώρα! Και βάλε χαλινάρι στη γλώσσα σου, πιο σφιχτό απ’ όσο έκανες τόσα χρόνια. Είναι κάποιοι που θα σου την έκοβαν γι’ αυτά που μπορείς να πεις, πριν προφτάσω καν να σε βρω». Ο σκληρός τόνος της άφηνε ερωτηματικά για το αν το εννοούσε μεταφορικά και η Νιέντα κούνησε με δύναμη το κεφάλι, σαν να το είχε ακούσει και με άλλο νόημα.

«Όσο για σένα, Πέριν». Η λευκή φοράδα πλησίασε και ο Πέριν έγειρε ασυναίσθητα πίσω, για να απομακρυνθεί από την Άες Σεντάι. «Πολλά νήματα υφαίνονται στο Σχήμα και μερικά είναι μαύρα, σαν την ίδια τη Σκιά. Πρόσεξε μη σε στραγγαλίσει κανένα απ’ αυτά». Άγγιξε με τις φτέρνες τα πλευρά της Αλντίμπ και η φοράδα χίμηξε στη βροχή, με τον Μαντάρμπ να ακολουθεί από κοντά.

Που να καείς, Μουαραίν, σκέφτηκε ο Πέριν καθώς τους ακολουθούσε. Μερικές φορές δεν ξέρω με τίνος το μέρος είσαι. Έριξε μια ματιά στη Ζαρίν, που καβαλίκευε δίπλα του, ιππεύοντας σαν να είχε γεννηθεί στη σέλα. Κι εσύ με τίνος το μέρος είσαι;

Η βροχή έδιωχνε τον κόσμο από τους δρόμους και τα κανάλια κι έτσι δεν υπήρχαν μάτια για να δουν την αναχώρηση τους, αλλά δυσκόλευε το πάτημα των αλόγων στις ανώμαλες πέτρες. Μέχρι να φτάσουν στην Οδό Μαρέντο, έναν πλατύ χωματόδρομο που προχωρούσε προς το βορρά περνώντας από το έλος, η νεροποντή είχε αρχίσει να κοπάζει. Ακόμα ακούγονταν βροντές, αλλά οι αστραπές έλαμπαν πίσω τους, ίσως έξω, στο πέλαγος.

Ο Πέριν ένιωσε ότι η τύχη γυρνούσε λίγο προς το μέρος τους. Η βροχή είχε κρατήσει αρκετά για να κρύψει την αναχώρησή τους, αλλά τώρα φαινόταν ότι θα είχαν μια ξάστερη νύχτα για να ταξιδέψουν. Κι αυτό ακριβώς είπε, όμως ο Λαν κούνησε το κεφάλι.

«Τα Σκοτεινόσκυλα προτιμούν τις καθαρές, φεγγαρόλουστες βραδιές, σιδερά, και αποστρέφονται τη βροχή. Μια γερή καταιγίδα μπορεί να τα κρατήσει σε απόσταση». Σαν να την είχαν διατάξει τα λόγια του, η βροχή καταλάγιασε κι έμεινε μόνο μια ψιχάλα. Ο Πέριν άκουσε τον Λόιαλ να βογκά πίσω του.

Το ανάχωμα του δρόμου και το έλος τελείωναν μαζί, δυο μίλια περίπου έξω από την πόλη, όμως ο δρόμος συνέχιζε κι έστριβε προς τα ανατολικά. Το συννεφιασμένο σούρουπο έγινε νύχτα και η βροχή, μαζί με την αχλύ της, κρατούσαν ακόμα. Η Μουαραίν και ο Λαν διατηρούσαν ένα σταθερό ρυθμό, καλό όταν ήθελες να διανύσεις μεγάλη απόσταση. Οι οπλές των αλόγων πλατσούριζαν στις λακκούβες του χωματόδρομου. Το φεγγάρι άστραφτε μέσα από χάσματα ανάμεσα στα σύννεφα. Λοφίσκοι άρχισαν να υψώνονται γύρω τους και τα δέντρα εμφανίζονταν όλο και πιο συχνά. Ο Πέριν σκέφτηκε ότι μπροστά θα έβρισκαν δάσος, αλλά δεν ήξερε αν του άρεσε αυτό. Το δάσος μπορούσε να τους κρύψει από την καταδίωξη· μπορούσε, επίσης, να βοηθήσει τους διώκτες να πλησιάσουν χωρίς να φανούν.