Ένα ψιλό αλύχτημα υψώθηκε μακριά πίσω τους. Για μια στιγμή, σκέφτηκε πως ήταν λύκος· ξαφνιάζοντας τον εαυτό του, άνοιξε το νου του προς το λύκο για μια στιγμή, πριν συγκρατηθεί. Η κραυγή ξανακούστηκε και ο Πέριν κατάλαβε πως δεν ήταν λύκος. Άλλες κραυγές υψώθηκαν σε απάντηση, όλες μίλια πίσω τους, αιθέριοι θρήνοι που έκρυβαν αίμα και θάνατο, οιμωγές που μιλούσαν για εφιάλτες. Κατάπληκτος, είδε ότι ο Λαν και η Μουαραίν έκοψαν ταχύτητα και η Άες Σεντάι εξέτασε τους λόφους γύρω τους, μέσα στη νύχτα.
«Είναι μακριά», είπε ο Πέριν. «Δεν θα μας πιάσουν αν συνεχίσουμε».
«Τα Σκοτεινόσκυλα;» μουρμούρισε η Ζαρίν. «Αυτά είναι τα Σκοτεινόσκυλα; Είσαι σίγουρη ότι δεν είναι το Τρελό Κυνήγι, Άες Σεντάι;»
«Μα αυτό είναι», αποκρίθηκε η Μουαραίν. «Αυτό είναι».
«Δεν ξεφεύγεις από τα Σκοτεινόσκυλα, σιδερά», είπε ο Λαν, «ακόμα κι αν έχεις το ταχύτερο άλογο. Πάντοτε, πρέπει να τα βάλεις μαζί τους και να τα νικήσεις, αλλιώς θα σε βάλουν κάτω».
«Μπορούσα να είχα μείνει στο στέντιγκ, ξέρετε», είπε ο Λόιαλ. «Η μητέρα μου τώρα θα με είχε παντρέψει, αλλά δεν θα ήταν άσχημη ζωή. Βιβλία με το τσουβάλι. Δεν ήμουν αναγκασμένος να έρθω Έξω».
«Να», είπε η Μουαραίν, δείχνοντας ένα ψηλό, άδενδρο λοφίσκο προς τα δεξιά τους. Σε ακτίνα διακοσίων βημάτων γύρω του, απ’ όσο μπορούσε να διακρίνει ο Πέριν, δεν υπήρχαν δέντρα και παραπέρα ήταν αραιά. «Για να έχουμε μια πιθανότητα, πρέπει να τα βλέπουμε πριν έρθουν».
Οι δυσοίωνες κραυγές των Σκοτεινόσκυλων υψώθηκαν πάλι, πιο κοντά αυτή τη φορά, αν και ήταν ακόμα μακριά.
Ο Λαν τάχυνε λίγο το βήμα του Μαντάρμπ, τώρα που η Μουαραίν είχε διαλέξει τον τόπο της αναμέτρησης. Καθώς ανηφόριζαν, οι οπλές των αλόγων χτυπούσαν πέτρες μισοθαμμένες στο χώμα, που είχαν γίνει γλιστερές από το ψιλοβρόχι. Όπως τις κοιτούσε ο Πέριν, οι περισσότερες ήταν αρκετά τετραγωνισμένες και δεν έμοιαζαν φυσικές. Στην κορυφή, ξεπέζεψαν γύρω από ένα σημείο που έμοιαζε με χαμηλό, στρογγυλεμένο ογκόλιθο. Το φεγγάρι εμφανίστηκε από ένα άνοιγμα στα σύννεφα και ο Πέριν κατάλαβε ότι κοίταζε ένα ανεμοδαρμένο, πέτρινο πρόσωπο, μήκους δύο βημάτων. Ένα γυναικείο πρόσωπο, του φάνηκε, κρίνοντας από το μάκρος των μαλλιών. Μέσα στη βροχή, έμοιαζε να κλαίει.
Η Μουαραίν αφίππευσε και στάθηκε ατενίζοντας προς την κατεύθυνση των ουρλιαχτών. Ήταν μια σκιερή, κουκουλοφορεμένη μορφή και η βροχή καθρέφτιζε το φεγγαρόφωτο, καθώς κυλούσε στο λαδωμένο μανδύα της.
Ο Λόιαλ κατέβηκε από το άλογο, το οδήγησε προς το άγαλμα και μετά έσκυψε και ψηλάφισε τα χαρακτηριστικά του. «Μου φαίνεται πως ήταν Ογκιρανή», είπε τελικά. «Αλλά δεν πρόκειται για παλιό στέντιγκ· θα το ένιωθα. Θα το νιώθαμε όλοι. Και θα ήμασταν ασφαλείς από τους Σκιογέννητους».
«Τι κοιτάτε εσείς οι δύο;» Η Ζαρίν έστρεψε το βλέμμα της στο βράχο και τα μάτια της στένεψαν. «Τι είναι; Αυτή; Ποια;»
«Πολλά έθνη γνώρισαν την άνοδο και την πτώση μετά το Τσάκισμα», είπε η Μουαραίν χωρίς να γυρίσει, «και μερικά δεν άφησαν παρά μονάχα ονόματα σε μια κιτρινισμένη σελίδα, ή γραμμές σε έναν τσαλακωμένο χάρτη. Θα αφήσουμε έστω κι αυτό πίσω μας;» Τα αιμοδιψή ουρλιαχτά υψώθηκαν ξανά, ακόμα πιο κοντά. Ο Πέριν προσπάθησε να υπολογίσει το ρυθμό τους και του φάνηκε ότι ο Λαν είχε δίκιο· στο τέλος, τα άλογα δεν θα τα ξεπερνούσαν. Δεν θα περίμεναν για πολύ.
«Ογκιρανέ», είπε ο Λαν, «εσύ και η κοπέλα κρατήστε τα άλογα». Η Ζαρίν διαμαρτυρήθηκε, αλλά αυτός την πλησίασε με το άλογό του. «Τα μαχαίρια σου δεν θα ωφελήσουν εδώ πέρα, μικρή». Η λεπίδα του ξίφους του άστραψε στο σεληνόφως, καθώς το ξεθηκάρωνε. «Ακόμα κι αυτό είναι το έσχατο μέσο. Απ’ ό,τι ακούω, εκεί έξω είναι δέκα, όχι ένα. Η δουλειά σας είναι να κρατήσετε τα άλογα, για να μην το σκάσουν όταν μυρίσουν τα Σκοτεινόσκυλα. Ακόμα και του Μαντάρμπ δεν του αρέσει αυτή η οσμή».
Αν το σπαθί του Προμάχου ήταν άχρηστο, τότε ούτε ο πέλεκυς δεν θα έκανε κάτι. Ο Πέριν ένιωσε κάτι σαν ανακούφιση γι’ αυτό, έστω κι αν ήταν για τα Σκιογεννήματα· δεν θα ήταν αναγκασμένος να χρησιμοποιήσει το τσεκούρι. Τράβηξε το λυμένο τόξο του από τα λουριά της σέλας του Γοργοπόδη. «Ίσως αυτό βοηθήσει».