Выбрать главу

«Δοκίμασε αν θέλεις, σιδερά», είπε ο Λαν. «Δεν πεθαίνουν εύκολα. Ίσως σκοτώσεις ένα τους».

Ο Πέριν έβγαλε καινούρια χορδή από το θύλακό του, προσπαθώντας να την προφυλάξει από το ψιλοβρόχι. Η επένδυση από κερί ήταν λεπτή και δεν θα την προστάτευε από παρατεταμένη υγρασία. Έβαλε το τόξο λοξά ανάμεσα στα πόδια του, το λύγισε με ευκολία και έδεσε τις θηλιές της χορδής στις σχισμές στις άκρες του ξύλου. Όταν σηκώθηκε, μπορούσε να δει τα Σκοτεινόσκυλα.

Έτρεχαν με καλπασμό αλόγων και όταν τα είδε, ανέπτυξαν ταχύτητα. Ήταν μονάχα δέκα μεγάλες μορφές που έτρεχαν στη νύχτα, χιμώντας ανάμεσα στα αραιά δένδρα, αλλά τράβηξε ένα βέλος με πλατιά μύτη από τη φαρέτρα, το πέρασε στη χορδή, αλλά δεν την τράβηξε. Δεν ήταν από τους καλύτερους τοξότες του Πεδίου του Έμοντ, αλλά μεταξύ των νεότερων, μονάχα ο Ραντ τον ξεπερνούσε.

Αποφάσισε ότι θα έριχνε στα τριακόσια βήματα. Βλάκα! Απ’ αυτή την απόσταση, θα δυσκολευόσουν να πετύχεις ακόμα και ακίνητο στόχο. Αλλά αν περιμένω, έτσι που κινούνται... Πλησίασε τη Μουαραίν, σήκωσε το τόξο του -θα πρέπει να φανταστώ ότι η κινούμενη σκιά είναι ένα μεγάλο σκυλί― τράβηξε το βέλος, μέχρι τα φτερά χήνας στην άκρη να φτάσουν στο αυτί του και το εξαπέλυσε. Ήταν σίγουρος ότι το βέλος βρήκε την κοντινότερη σκιά, αλλά το μόνο αποτέλεσμα ήταν ένα γρύλισμα. Δεν θα βγει τίποτα. Έρχονται υπερβολικά γρήγορα! Ήδη τραβούσε άλλο ένα βέλος. Γιατί δεν κάνεις τίποτα, Μουαραίν; Έβλεπε τα μάτια τους να αστράφτουν σαν ασήμι, τα δόντια τους να λάμπουν σαν στιλβωμένο ατσάλι. Μαύρα σαν την ίδια τη νυχτιά, μεγάλα σαν πόνυ, έτρεχαν προς το μέρος του, σιωπηλά τώρα, με σκοπό να σκοτώσουν. Ο άνεμος έφερνε μια δυσωδία, σαν καμένο θειάφι· τα άλογα χλιμίντρισαν φοβισμένα, ακόμα και το πολεμικό άλογο του Λαν. Που να καείς, Άες Σεντάι, κάνε κάτι! Τόξευσε πάλι· το πρώτο Σκοτεινόσκυλο γλίστρησε και συνέχισε. Μπορούν να πεθάνουν! Ξανάριξε και το πρώτο Σκοτεινόσκυλο κουτρουβάλησε, σηκώθηκε τρέμοντας στα πόδια του και ύστερα έπεσε, αλλά την ίδια στιγμή που εκείνο έπεφτε, ο Πέριν γεύτηκε μια στιγμή απόγνωσης. Το ένα είχε πέσει και τα άλλα εννιά είχαν ήδη διανύσει τα δύο-τρίτα της απόστασης· έμοιαζαν να τρέχουν ακόμα πιο γρήγορα, σαν σκιές που κυλούσαν στο έδαφος. Άλλο ένα βέλος. Υπάρχει χρόνος, ίσως, για άλλο ένα και μετά έχω και το τσεκούρι. Που να καείς, Άες Σεντάι! Τράβηξε πάλι τη χορδή.

«Τώρα», είπε η Άες Σεντάι, καθώς το βέλος του εκτοξευόταν. Ο αέρας ανάμεσα στα χέρια της έπιασε φωτιά και ξεχύθηκε προς τα Σκοτεινόσκυλα, φωτίζοντας τη νύχτα. Τα άλογα χλιμίντρισαν και χοροπήδησαν, παρ’ όλο που οι άλλοι τα κρατούσαν.

Ο Πέριν σήκωσε το μπράτσο στα μάτια του για να τα προστατεύσει από μια λευκοπυρωμένη λάμψη, σαν πυρκαγιά, μια κάψα σαν καμίνι που άνοιγε τρίζοντας· το ξαφνικό μεσημέρι τίναξε φλόγες στο σκοτάδι και χάθηκε. Όταν ξεσκέπασε τα μάτια του, έβλεπε κουκκίδες να τρεμοπαίζουν μπροστά του, καθώς και το αμυδρό μετείκασμα εκείνης της φλογερής γραμμής. Εκεί που πριν ήταν τα Σκοτεινόσκυλα, τώρα υπήρχε μόνο έδαφος, που το έλουζε η νύχτα και η ήσυχη βροχή· οι μόνες σκιές που σάλευαν ήταν εκείνες που έριχναν τα σύννεφα, τα οποία περνούσαν μπροστά από το φεγγάρι.

Φαντάστηκα πως θα πετούσε φωτιά, ή θα καλούσε αστραπές, αλλά αυτό... «Τι ήταν αυτό;» ρώτησε βραχνά.

Η Μουαραίν ατένιζε πάλι το Ίλιαν, σαν να μπορούσε να διαπεράσει με το βλέμμα τα τόσα μίλια του σκοταδιού. «Μπορεί να μην το είδε», είπε σχεδόν μονολογώντας. «Είναι μακριά κι αν δεν κοίταζε, ίσως να μην το πρόσεξε».

«Ποιος;» απαίτησε να μάθει η Ζαρίν. «Ο Σαμαήλ;» Η φωνή της τρεμούλιαζε λιγάκι. «Είπες ότι ήταν στο Ίλιαν. Πώς είναι δυνατόν να δει κάτι εδώ; Τι έκανες;»

«Κάτι απαγορευμένο», είπε ψυχρά η Μουαραίν. «Απαγορευμένο από όρκους σχεδόν εξίσου ισχυρούς με τους Τρεις Όρκους». Πήρε τα γκέμια της Αλντίμπ από τα χέρια της κοπέλας και χάιδεψε το λαιμό της φοράδας, ηρεμώντας την. «Κάτι που έχει να χρησιμοποιηθεί κοντά στα δυο χιλιάδες χρόνια. Κάτι για το οποίο θα μπορούσαν να με σιγανέψουν και μόνο που το ξέρω».

«Μήπως...;» Η φωνή του Λόιαλ ήταν ένα αχνό μπουμπουνητό. «Μήπως θα έπρεπε να πηγαίνουμε; Ίσως να υπάρχουν κι άλλα».

«Δεν νομίζω», είπε η Άες Σεντάι, καθώς ανέβαινε στο άλογό της. «Δεν θα αμολούσε δύο κοπάδια μαζί, ακόμα κι αν έχει δύο· θα επιτίθονταν το ένα στο άλλο, αντί για τη λεία τους. Και νομίζω ότι δεν είμαστε το κύριο θήραμά του, αλλιώς θα είχε έρθει ο ίδιος. Είμαστε... μια ενόχληση, νομίζω» —ο τόνος της ήταν γαλήνιος, αλλά ήταν έκδηλο ότι δεν της άρεσε να την παίρνουν τόσο αψήφιστα— «και, ίσως, ένα επιπλέον κέρδος, αν δεν ήταν ιδιαίτερος κόπος. Πάντως, δεν είναι καλό να μένουμε άσκοπα κοντά του».