«Ο Ραντ;» ρώτησε ο Πέριν. Σχεδόν ένιωσε τη Ζαρίν να σκύβει μπροστά για να ακούσει. «Αν δεν είμαστε αυτό που κυνηγά, μήπως είναι ο Ραντ;»
«Ίσως», είπε η Μουαραίν. «Ή, ίσως, ο Ματ. Μην ξεχνάς ότι είναι κι αυτός τα’βίρεν και φύσηξε το Κέρας του Βαλίρ».
Η Ζαρίν έβγαλε έναν πνιχτό ήχο. «Το φύσηξε; Κάποιος το έχει βρει;»
Η Άες Σεντάι την αγνόησε κι έγειρε στη σέλα της για να κοιτάξει από κοντά τα μάτια του Πέριν, με το μαύρο να αστράφτει κόντρα στο στιλβωμένο χρυσό. «Άλλη μια φορά τα γεγονότα με προσπερνούν. Δεν μου αρέσει αυτό. Και δεν θα έπρεπε να αρέσει ούτε σε σένα. Αν προσπερνούν εμένα, ίσως εσένα σε τσαλαπατήσουν και μαζί σου και τον υπόλοιπο κόσμο».
«Έχουμε ακόμα πολλές λεύγες για το Δάκρυ», είπε ο Λαν. «Είναι σωστή η υπόδειξη του Ογκιρανού». Ήδη ήταν στη σέλα του.
Έπειτα από μια στιγμή, η Μουαραίν ορθώθηκε και άγγιξε τα πλευρά της φοράδας με τις φτέρνες της. Βρισκόταν στη μέση του δρόμου, πριν από τα ριζά του λοφίσκου, όταν ο Πέριν κατάφερε να λύσει το τόξο και να πάρει τα γκέμια του Γοργοπόδη από τον Λόιαλ. Που να καείς, Μουαραίν! Κάπου θα βρω απαντήσεις!
Ο Ματ, γέρνοντας σε έναν πεσμένο κορμό δέντρου, απολάμβανε τη θαλπωρή της φωτιάς· αν και οι βροχές είχαν απομακρυνθεί προς τα δυτικά πριν από τρεις μέρες, ακόμα ένιωθε την υγρασία, αλλά εκείνη τη στιγμή μόλις που αντιλαμβανόταν τις φλόγες που χόρευαν. Κοίταζε σκεφτικός το μικρό κύλινδρο, με την επένδυση από κερί, που κρατούσε στο χέρι. Ο Θομ ήταν αφοσιωμένος στο κούρδισμα της άρπας του, μουρμούριζε μόνος του για τη βροχή και την υγρασία και δεν κοίταζε καθόλου τον Ματ. Γρύλοι τραγουδούσαν στο σκοτεινό σύδεντρο γύρω τους. Το ηλιοβασίλεμα τους είχε προλάβει όταν βρίσκονταν ακόμα ανάμεσα σε δύο χωριά και είχαν διαλέξει αυτό το αλσύλλιο, που ήταν μακριά από το δρόμο. Δυο φορές είχαν προσπαθήσει να νοικιάσουν δωμάτιο για τη νύχτα· δυο φορές οι αγρότες είχαν αμολήσει τα σκυλιά τους.
Ο Ματ ξεθηκάρωσε το μαχαίρι στη ζώνη του και δίστασε. Τύχη. Μόνο μερικές φορές ξεσπά, είχε πει εκείνη. Τύχη. Όσο πιο προσεκτικά μπορούσε, έκοψε το σωλήνα κατά μήκος. Ήταν πράγματι ένας σωλήνας από στρώματα χαρτιού, όπως πίστευε —στην πατρίδα του, έβρισκε κομματάκια χαρτιού στο έδαφος όταν άναβαν βεγγαλικά — αλλά το εσωτερικό ήταν γεμάτο από κάτι σαν χώμα, ή ίσως μικρά, γκριζόμαυρα λιθαράκια και σκόνη. Τα ανακάτεψε στην παλάμη του με το δάχτυλο. Πώς στο Φως μπορεί να ανατινάζονται τα βότσαλα;
«Που να με κάψει το Φως!» βρυχήθηκε ο Θομ. Έχωσε την άρπα στη θήκη της, λες και ήθελε να την προστατεύσει από αυτό που κρατούσε στο χέρι του ο Ματ. «Θες να μας σκοτώσεις, μικρέ; Δεν άκουσες ποτέ ότι αυτά τα πράγματα ανατινάζονται δέκα φορές πιο δυνατά με τον αέρα απ’ ό,τι με τη φωτιά; Τίποτα δεν πλησιάζει το έργο των Άες Σεντάι όσο τα πυροτεχνήματα, μικρέ».
«Μπορεί», είπε ο Ματ, «αλλά η Αλούντρα δεν μου έμοιαζε με Άες Σεντάι. Έτσι νόμιζα κάποτε για το ρολόι του αφέντη αλ’Βερ —ότι ήταν φτιαγμένο από τις Άες Σεντάι― αλλά, όταν άνοιξα την πλάτη του κουτιού του, είδα ότι ήταν γεμάτο μικρά κομματάκια από μέταλλο». Σάλεψε αμήχανα με αυτή τη θύμηση. Εκείνη τη φορά τον είχε προφτάσει πρώτη η κυρά αλ’Βερ, με τη Σοφία, τον πατέρα του και το Δήμαρχο ξοπίσω της και κανένας τους δεν τον πίστευε ότι ήθελε μόνο να δει μέσα. Θα μπορούσα να τα ξαναβάλω στη θέση τους. «Νομίζω ότι ο Πέριν θα μπορούσε να κατασκευάσει κάτι τέτοιο, αν έβλεπε τις ροδίτσες, τα ελατήρια και ξέρω εγώ τι άλλο είχε μέσα».
«Θα σε περίμενε μια έκπληξη, μικρέ», είπε ξερά ο Θομ. «Ακόμα κι οι κακοί ρολογάδες είναι αρκετά πλούσιοι και το αξίζουν. Όμως το ρολόι δεν πρόκειται να σκάσει στα μούτρα σου!»
«Ούτε κι αυτό εδώ έσκασε. Ε, τώρα είναι άχρηστο». Έριξε στη φωτιά τα χαρτάκια και τα πετραδάκια που είχε στη χούφτα του, ενώ ο Θομ άφηνε μια έντρομη κραυγή· τα πετραδάκια λαμπύρισαν κι έβγαλαν μικρές αστραπές, ενώ ο τόπος γέμισε με ένα δριμύ καπνό.
«Σίγουρα πας να μας σκοτώσεις». Η φωνή του Θομ ήταν τρεμουλιαστή και καθώς μιλούσε δυνάμωνε και γινόταν πιο βαριά. «Αν πάρω απόφαση να πεθάνω, θα πάω στο Βασιλικό Παλάτι όταν φτάσουμε στο Κάεμλυν και θα δώσω μια τσιμπιά στη Μουαραίν!» Το μακρύ μουστάκι του σπαρταρούσε. «Μην το ξανακάνεις!»
«Δεν ανατινάχτηκε!», είπε ο Ματ, κοιτώντας τη φωτιά κατσουφιασμένος. Έψαξε στο τυλιγμένο, λαδωμένο πανί, που ήταν από την άλλη μεριά του κορμού και ψάρεψε ένα βεγγαλικό που είχε το αμέσως μεγαλύτερο μέγεθος. «Αναρωτιέμαι γιατί δεν έκανε “μπαμ”».
«Δεν με νοιάζει γιατί δεν έκανε “μπαμ”! Μην το ξανακάνεις!»