Ο Ματ του έριξε μια ματιά και γέλασε. «Μην τρέμεις τώρα, Θομ. Άδικα φοβάσαι. Τώρα ξέρω τι έχουν μέσα. Ή, τουλάχιστον, ξέρω με τι μοιάζει, αλλά... Μην το πεις. Δεν θα ξεσπλαχνίσω άλλα, Θομ. Έχει πιο πολλή πλάκα να τα ανάψουμε».
«Δεν φοβάμαι, χοιροβοσκέ με τα πόδια γεμάτα λάσπες», είπε ο Θομ με επιτηδευμένη αξιοπρέπεια. «Τρέμω από οργή, επειδή ταξιδεύω με ένα ζωντόβολο που μπορεί να μας σκοτώσει και τους δύο, επειδή δεν μπορεί να βάλει του μυαλό του να —»
«Ε, εκεί στη φωτιά!»
Ο Ματ κι ο Θομ κοιτάχτηκαν, καθώς άκουσαν οπλές αλόγων να πλησιάζουν. Οι τίμιοι άνθρωποι δεν ταξίδευαν τόσο αργά. Αλλά οι Φρουροί της Βασίλισσας διατηρούσαν ασφαλείς τους δρόμους τόσο κοντά στο Κάεμλυν και οι τέσσερις που φάνηκαν στο φως της φωτιάς δεν έμοιαζαν με ληστές. Η μία ήταν γυναίκα. Οι άντρες φορούσαν μακριούς μανδύες και έμοιαζαν να είναι οι ακόλουθοι της. Η γυναίκα ήταν όμορφη, γαλανομάτα, φορούσε ένα πλατύ περιδέραιο, ένα γκρίζο, μεταξωτό φόρεμα και ένα βελούδινο μανδύα, που είχε μια πλατιά κουκούλα. Οι άντρες αφίππευσαν. Ο ένας κράτησε τα χαλινάρια του αλόγου της, ένας άλλος τον αναβολέα και η γυναίκα χαμογέλασε στον Ματ, βγάζοντας τα γάντια καθώς πλησίαζε τη φωτιά.
«Φοβάμαι πως μας έπιασε η νύχτα, νεαρέ αφέντη», είπε, «και σε ενοχλώ για να ρωτήσω πού υπάρχει πανδοχείο, αν γνωρίζεις».
Αυτός χαμογέλασε και έκανε να σηκωθεί. Ήταν ακόμα με λυγισμένα τα γόνατα, όταν άκουσε έναν από τους άντρες να μουρμουρίζει κάτι· ένας άλλος έβγαλε μια μικρή βαλλίστρα από το μανδύα του, του οποίου η χορδή ήταν ήδη τραβηγμένη, με ένα άγκιστρο να συγκρατεί το κοντό βέλος.
«Σκότωσέ τον, ανόητε!» φώναξε η γυναίκα και ο Ματ έριξε το πυροτέχνημα στις φλόγες και όρμησε στη ράβδο του. Ακούστηκε ένας δυνατός βρόντος και φάνηκε μια λάμψη —«Άες Σεντάι!» κραύγασε ένας άντρας. «Πυροτεχνήματα, βλάκα!» φώναξε η γυναίκα― και ο Ματ έκανε μια τούμπα και στάθηκε όρθιος, με τη ράβδο στα χέρια. Όπως σηκωνόταν, είδε το βέλος της βαλλίστρας να ξεπροβάλλει από τον πεσμένο κορμό, σχεδόν στο σημείο που ήταν καθισμένος πριν, ενώ ο τοξότης έπεφτε κάτω, με τη λαβή ενός μαχαιριού του Θομ να στολίζει το στήθος του.
Μόνο αυτά πρόφτασε να δει, επειδή οι άλλοι δύο άντρες χίμηξαν δίπλα από τη φωτιά, προς το μέρος του, ξιφουλκώντας. Ξαφνικά, ο ένας έπεσε στα γόνατα, ρίχνοντας το σπαθί και προσπάθησε να πιάσει το μαχαίρι που είχε φυτρώσει στην πλάτη του, καθώς σωριαζόταν μπρούμυτα. Ο τελευταίος άντρας δεν είδε το σύντροφό του να πέφτει· όπως προσπαθούσε να καρφώσει τη λεπίδα στη μέση του Ματ, προφανώς περίμενε ότι θα ήταν ζευγάρι με τον άλλο και οι δυο τους θα αποσπούσαν την προσοχή του αντιπάλου τους. Ο Ματ, νιώθοντας σχεδόν περιφρόνηση, τσάκισε τον καρπό του ενός με τη μια άκρη της ράβδου και του έσπασε το κρανίο με την άλλη. Τα μάτια του άντρα γύρισαν καθώς έπεφτε στο χώμα.
Με την άκρη του ματιού του, ο Ματ είδε τη γυναίκα να τον πλησιάζει και άπλωσε το δάχτυλό του προς το μέρος της, σαν μαχαίρι. «Για κλέφτρα φοράς πολύ ωραία ρούχα! Κάτσε μέχρι να αποφασίσω τι θα σε κάνω, ειδάλλως θα —»
Κοίταξε κατάπληκτη, όσο κι ο Ματ, το μαχαίρι που ξαφνικά άνθισε στο λαιμό της, ένα κόκκινο λουλούδι από αίμα που απλωνόταν. Εκείνος έκανε μισό βήμα, σαν να ήθελε να την πιάσει καθώς έπεφτε, ξέροντας ότι ήταν άδικος κόπος. Ο μακρύς μανδύας της έπεσε πάνω της, αγκαλιάζοντάς την ολόκληρη, εκτός από το πρόσωπο και τη λαβή του μαχαιριού του Θομ.
«Που να καείς», μουρμούρισε ο Ματ. «Που να καείς, Θομ Μέριλιν! Μια γυναίκα! Φως μου, θα τη δέναμε και αύριο θα τη δίναμε στους Φρουρούς της Βασίλισσας στο Κάεμλυν. Φως, μπορεί και να την άφηνα να φύγει. Δεν θα έκλεβε κανέναν χωρίς τους άλλους τρεις· ο μόνος που θα ζήσει, θα κάνει μέρες για να ξαναδεί καλά και μήνες για να κρατήσει το σπαθί. Που να καείς, Θομ, δεν ήταν ανάγκη να τη σκοτώσεις!»
Ο βάρδος πλησίασε χωλαίνοντας την πεσμένη γυναίκα και τράβηξε το μανδύα της με μια κλωτσιά. Το εγχειρίδιο είχε μισογλιστρήσει από το χέρι της και η λεπίδα του ήταν πλατιά όσο ο αντίχειρας του Ματ, με μήκος δύο χέρια. «Θα προτιμούσες να περιμένω μέχρι να σου το φυτέψει στα παίδια, μικρέ;» Ξαναπήρε το μαχαίρι του και σκούπισε τη λεπίδα του στο μανδύα της.
Ο Ματ κατάλαβε ότι τραγουδούσε το «Φορούσε Μάσκα Που Έκρυβε Το Πρόσωπό Της» και σταμάτησε. Έσκυψε και της κάλυψε το πρόσωπο με την κουκούλα του μανδύα της. «Καλύτερα να φεύγουμε», είπε χαμηλόφωνα. «Δεν θέλω να δώσω εξηγήσεις, αν τύχει και περάσει περίπολος των Φρουρών».
«Με αυτή να φορά τέτοια ρούχα;» είπε ο Θομ. «Όχι βέβαια! Πρέπει να λήστεψαν τη γυναίκα κάποιου εμπόρου, ή την άμαξα κάποιας αριστοκράτισσας». Η φωνή του μαλάκωσε. «Αν είναι να φύγουμε, μικρέ, καλύτερα να σελώσεις το άλογό σου».
Ο Ματ τινάχτηκε και πήρε το βλέμμα από την πεθαμένη. «Ναι, πρέπει, έτσι δεν είναι;» Δεν την ξανακοίταξε.