Выбрать главу

Δεν είχε τους ίδιους ενδοιασμούς για τους άντρες. Κατά τη γνώμη του, ένας άντρας που είχε αποφασίσει να κλέβει και να σκοτώνει, άξιζε ό,τι κι αν πάθαινε όταν έχανε το παιχνίδι. Δεν ασχολιόταν μαζί τους, αλλά ούτε και αποτραβούσε απότομα το βλέμμα του όταν έπεφτε σε κάποιον από τους ληστές. Όταν σέλωσε το μουνούχι του και έδεσε τα πράγματά του πίσω από τη σέλα, μόνο τότε, καθώς κλωτσούσε χώμα στη φωτιά για να σβήσει, βρέθηκε να κοιτάζει τον άντρα που είχε ρίξει με τη βαλλίστρα. Τα χαρακτηριστικά του είχαν κάτι γνώριμο, υπήρχε κάτι στον τρόπο που η μισοσβησμένη φωτιά έριχνε σκιές πάνω τους. Η τύχη, σκέφτηκε. Πάντα η τύχη.

«Ο τοξότης ήταν γερός κολυμβητής, Θομ», είπε καθώς ανέβαινε στη σέλα.

«Τι σαχλαμάρες τσαμπουνάς τώρα;» Και ο βάρδος είχε ανέβει στο άλογο και περισσότερο τον ένοιαζε το πώς ήταν στερεωμένες οι θήκες των οργάνων του πίσω από τη σέλα, παρά οι νεκροί. «Πού ξέρεις αν μπορούσε καν να κολυμπήσει;»

«Βγήκε στην ακροποταμιά από ένα πλοιάριο στο κέντρο του Ερινίν, μέσα στη νύχτα. Μάλλον εκεί του σώθηκε η τύχη». Έλεγξε τα σκοινιά που συγκρατούσαν το δέμα με τα πυροτεχνήματα. Αν αυτός ο βλάκας με το ένα που έσκασε νόμισε ότι ήταν έργο των Άες Σεντάι, τότε αναρωτιέμαι τι θα νόμιζε αν έσκαγαν όλα μαζί.

«Είσαι σίγουρος, μικρέ; Οι πιθανότητες να είναι ο ίδιος άνθρωπος... Ακόμα κι εσύ δεν θα στοιχημάτιζες».

«Είμαι σίγουρος, Θομ». Ηλαίην, θα σε καρυδώσω όταν σε πιάσω στα χέρια μου. Και την Εγκουέν και τη Νυνάβε, επίσης. «Και είμαι σίγουρος για κάτι ακόμα, ότι θα ξεφορτωθώ από πάνω μου αυτό το παλιογράμμα μόλις βρεθούμε στο Κάεμλυν».

«Σου λέω, δεν έχει τίποτα αυτό το γράμμα, μικρέ. Έπαιζα το Ντάες Νταε’μαρ όταν ήμουν νεότερος από σένα και ξέρω πότε κάτι είναι κώδικας ή κρυπτογράφημα, ακόμα κι όταν δεν ξέρω τι λέει».

«Ε, εγώ ποτέ δεν έπαιξα το Μεγάλο Παιχνίδι, Θομ, το άτιμο εκείνο το Παιχνίδι των Οίκων σου, αλλά ξέρω πότε κάποιος με κυνηγά και δεν θα με κυνηγούσαν τόσο δρόμο, με τόσο πείσμα, για το χρυσάφι στις τσέπες μου, παρά μόνο αν είχα ένα σεντούκι γεμάτο χρυσό. Πρέπει να είναι το γράμμα». Που να καώ, οι όμορφες κοπέλες πάντα με βάζουν σε μπελάδες. «Έχεις διάθεση για ύπνο ύστερα από όλα αυτά;»

«Θα κοιμηθώ σαν πουλάκι, μικρέ. Αλλά αν θέλεις να ξεκινήσουμε, τότε ας ξεκινήσουμε».

Στο νου του Ματ πρόβαλλε το πρόσωπο μιας όμορφης γυναίκας, με ένα εγχειρίδιο στο λαιμό της. Δεν ήσουν τυχερή, ομορφούλα. «Τότε φύγαμε!» είπε άγρια.

45

Κάεμλυν

Ο Ματ είχε αόριστες αναμνήσεις από το Κάεμλυν, αλλά όταν το πλησίασαν τις πρώτες ώρες μετά το χάραμα, ήταν σαν να μην είχε πατήσει άλλοτε το πόδι του εκεί. Από τη στιγμή που είχε φωτίσει δεν είχαν μείνει καθόλου μόνοι τους στο δρόμο και τώρα ολόγυρά τους ήταν κι άλλοι καβαλάρηδες, καθώς και καραβάνια εμπόρων και πεζοί, που όλοι ξεχύνονταν στη λαμπρή πόλη.

Ήταν θεμελιωμένη σε λόφους και φαινόταν εξίσου μεγάλη με την Ταρ Βάλον. Είχε πελώρια τείχη, ύψους δεκαπέντε μέτρων, από ανοιχτόγκριζη πέτρα με άσπρες και ασημένιες φλέβες, που έλαμπε στον ήλιο, καθώς και ψηλούς, στρογγυλούς πύργους κατά διαστήματα, που στην κορυφή τους κυμάτιζε το Λάβαρο με το Λέοντα του Άντορ, λευκός πάνω σε κόκκινο φόντο. Έξω από τα τείχη έμοιαζε να έχει ξεφυτρώσει άλλη μια λαμπρή πόλη, που αγκάλιαζε την περιτειχισμένη, από κόκκινα τούβλα, γκρίζα πέτρα και άσπρους τοίχους με γύψινη επένδυση· υπήρχαν πανδοχεία ανάμεσα σε σπίτια διώροφα και τριώροφα, τόσο πολυτελή που έμοιαζαν να ανήκουν σε πλούσιους εμπόρους, καθώς και μαγαζιά με εμπορεύματα απλωμένα σε τραπέζια κάτω από τέντες, που στριμώχνονταν ανάμεσα σε πλατιές αποθήκες δίχως παράθυρα. Υπήρχαν πάγκοι με αγαθά, δίπλα σε κτίρια με κόκκινες και μωβ πλάκες στη στέγη, που εκτείνονταν και στις δύο πλευρές του δρόμου, καθώς και άντρες και γυναίκες που ήδη διαλαλούσαν την πραμάτεια τους και παζάρευαν ξελαρυγγισμένοι ― άσπρα, μαντρωμένα μοσχαράκια, αρνιά, κατσίκια και γουρούνια, χήνες σε κλουβιά, κοτόπουλα και πάπιες, που έκαναν το σαματά πιο έντονο. Αν θυμόταν καλά, το Κάεμλυν του είχε φανεί πολύ θορυβώδες την προηγούμενη φορά· τώρα άκουγε ένα καρδιοχτύπι, που αντλούσε πλούτο.

Ο δρόμος οδηγούσε σε μια αψιδωτή πύλη ύψους επτά μέτρων, που ήταν ορθάνοιχτη κάτω από το άγρυπνο βλέμμα των Φρουρών της Βασίλισσας, οι οποίοι φορούσαν κόκκινα σακάκια και αστραφτερές πανοπλίες. Ο Ματ μαζί με τον Θομ δεν τράβηξαν πάνω τους περισσότερη προσοχή απ’ όσο ο υπόλοιπος κόσμος, ούτε καν η πολεμική ράβδος που κρατούσε λοξά στη σέλα μπροστά του ― απ’ ό,τι φαινόταν, οι φρουροί ενδιαφέρονταν κυρίως να προχωρά το πλήθος· και μετά βρέθηκαν στην πόλη. Εδώ είχε λεπτούς πύργους, που ορθώνονταν ακόμα πιο ψηλά απ’ ό,τι οι άλλοι στα τείχη, καθώς κι αστραφτερούς θόλους, οι οποίοι έλαμπαν χρυσόλευκοι πάνω από τους δρόμους, που ήταν γεμάτοι ανθρώπους. Λίγο πιο μέσα από τις πύλες, ο δρόμος χώριζε σε δύο παράλληλες οδούς, που τις χώριζε μια πλατιά νησίδα με χλόη και δέντρα. Οι λόφοι της πόλης ανέβαιναν, σαν σκαλιά, προς μια κορυφή, την οποία κύκλωναν κι άλλα τείχη, που άστραφταν σαν εκείνα της Ταρ Βάλον, με περισσότερους πύργους και θόλους εντός. Ο Ματ θυμόταν ότι αυτή ήταν η Έσω Πόλη και στους πιο ψηλούς λόφους στεκόταν το Βασιλικό Παλάτι.